4/12/16

Η αλήθεια θα θριαμβεύσει....

Ας κοιτάξουμε το φως
Νόμιζα πως αυτοί οι άνθρωποι θέλουν το καλό μας. 
Αλλά αυτοί είναι αληθινοί δικτάτορες. 
Μόνο η εξουσία τους ενδιαφέρει και τίποτα άλλο, 
ακόμα και να χρειαστεί να δηλητηριάσουν 
ολόκληρη την πόλη,
 ακόμα κι αν χρειαστεί να απολύσουν όλο τον κόσμο. 
Ο κόσμος δηλητηριάζεται, παιδιά δηλητηριάζονται.
 Αν θέλουμε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση
 και να κοιτάμε τη βόλεψη μας καλά να πάθουμε.
 Αλλά αν θέλουμε να αντισταθούμε 
ας βγούμε στα χαρακώματα γιατί η αλήθεια έρχεται.
 Σε λίγο θα γυρίζει στο δρόμο σα λιοντάρι.
 Ένα μόνο θα σας πω και θέλω να το θυμάστε όλοι σας.
 Να θυμάστε ότι πολεμάμε για την αλήθεια 
γι’ αυτό είμαστε μόνοι μας,
 αλλά αυτό μας κάνει δυνατούς.
 Είμαστε οι δυνατότεροι άνθρωποι στον κόσμο. 
Γιατί νικήσαμε το φόβο. 
Ας κοιτάξουμε το φως,
 ας κοιτάξουμε το μέλλον 
κι έτσι δε θα επιτρέψουμε να μας διαλύσουν.

Λόγια του γιατρού Στόκμαν από το έργο του Ερρίκου Ίψεν, «Ένας εχθρός του λαού».

27/11/16

Καταδικάστε με, δεν έχει σημασία. Η ιστορία θα με δικαιώσει!

''Αξιότιμοι δικαστές, αν υπάρχει στην καρδιά σας ίχνος αγάπης προς την πατρίδα σας, αγάπης για την ανθρωπότητα, αγάπης για τη δικαιοσύνη, ακούστε προσεκτικά. Γνωρίζω ότι θα φιμωθώ για πολλά χρόνια. Γνωρίζω ότι το καθεστώς θα προσπαθήσει να αποσιωπήσει την αλήθεια με κάθε δυνατό μέσο. Γνωρίζω ότι θα εξυφανθεί μια συνωμοσία με σκοπό να με θάψει στη λήθη. Αλλά η φωνή μου δεν θα κατασιγασθεί - θα αναδύεται από τα στήθη μου ακόμη και όταν θα νιώθω ολομόναχος, και η καρδιά μου θα της δίνει όλη τη θέρμη που οι άσπλαχνοι δειλοί της αποστερούν.
Από μια καλύβα στα βουνά, τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, άκουσα τη φωνή του δικτάτορα στον αέρα, ενόσω δεκαοκτώ ακόμη από τους άντρες μας βρίσκονταν σε ένοπλη σύρραξη με την κυβέρνηση. Εκείνοι που ποτέ δεν βίωσαν παρόμοιες στιγμές δεν θα νιώσουν ποτέ αυτό το είδος πικρίας και αγανάκτησης. Την ώρα που οι ελπίδες που επί μακρόν τρέφαμε για την απελευθέρωση του λαού μας κείτονταν σε ερείπια, ακούσαμε για εκείνες τις κατεστραμμένες ελπίδες να επιχαίρει ένας τύραννος πιο μοχθηρός, πιο αλαζών από ποτέ. Ο ατελείωτος χείμαρρος ψεμάτων και συκοφαντιών, που ξεχύθηκε με την άξεστη, απεχθή, αποκρουστική του γλώσσα, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον ατελείωτο χείμαρρο του αγνού νεανικού αίματος που έχει κυλήσει από την νύχτα που πέρασε - εν γνώσει του, με τη συγκατάθεσή του, με τη συνέργιά του και με την έγκρισή του - που χύνεται από την πιο απάνθρωπη συμμορία δολοφόνων που μπορεί κάποιος να φανταστεί.
Θα αρκούσε να τον πιστέψει ένας ενσυνείδητος άνθρωπος για μια στιγμή μόνο για να γεμίσει με τύψεις και ντροπή για την υπόλοιπη ζωή του. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα ούτε να ελπίζω να χαράξω στο άθλιο μέτωπο του το σήμα της αλήθειας, το οποίο θα τον καταδικάζει για την υπόλοιπη ζωή του και για όλες τις ημέρες που θα έρθουν. Ήδη ένας κλοιός από 1.000 και πάνω ανθρώπους, εξοπλισμένους με όπλα πιο ισχυρά από τα δικά μας και με αυστηρές εντολές να φέρουν πίσω τα πτώματά μας, έσφιγγε γύρω μας.
Τώρα που η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια, τώρα που μιλώντας ενώπιον σας φέρω σε πέρας την αποστολή που όρισα για τον εαυτό μου, μπορώ να πεθάνω ήσυχα και ικανοποιημένος. Θα μιλήσω λοιπόν έξω από τα δόντια για αυτούς τους άγριους δολοφόνους.
Οι στρατιώτες Μονκάδα μετετράπησαν σε κολαστήριο μαρτυρίου και θανάτου. Κάποιοι επαίσχυντοι άνθρωποι μετέτρεψαν τις στολές τους σε ποδιές χασάπηδων. Οι τοίχοι ήταν πιτσιλισμένοι με αίμα. Οι σφαίρες που είχαν σφηνωθεί στους τοίχους ήταν επιστρωμένες με καψαλισμένα κομμάτια δέρματος, μυαλά και ανθρώπινες τρίχες, αποκρουστικά ενθύμια των κατά πρόσωπο πυροβολισμών από τουφέκια. Το γρασίδι γύρω από τους στρατώνες ήταν σκούρο και κολλούσε από το ανθρώπινο αίμα.
Τα εγκληματικά χέρια που καθοδηγούν το πεπρωμένο της Κούβας είχαν τοποθετήσει για τους φυλακισμένους στην είσοδο εκείνου του άντρου του θανάτου την επιγραφή που μόνο στην Κόλαση θα μπορούσε να είχε αναρτηθεί:
''Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα''. Ούτε καν αποπειράθηκαν να κουκουλώσουν τα πράγματα. Δεν μπήκαν στον ελάχιστο κόπο να συγκαλύψουν ότι έκαναν. Πίστευαν ότι είχαν εξαπατήσει τους ανθρώπους με τα ψεματά τους και κατέληξαν να εξαπατούν τους εαυτούς τους. Θεωρούσαν τους εαυτους τους αφέντες και άρχοντες του σύμπαντος, με εξουσία επί ζωής και θανάτου.
Ο φόβος που βίωσαν λοιπόν άμα τη επιθέσει μας την αυγή εξανεμίστηκε μέσα σε ένα χορό πτωμάτων, μέσα σε ένα μεθυσμένο όργιο αίματος. Ο Δάντης χώρισε την Κόλαση του σε εννέα κύκλους. Τοποθέτησε τους εγκληματίες στον έβδομο, τους κλέφτες στον όγδοο και τους προδότες στον ένατο. Δύσκολο δίλημμα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι δαίμονες, όταν θα προσπαθήσουν να βρουν ένα κατάλληλο σημείο για την ψυχή αυτού του ανθρώπου - αν αυτός ο άνθρωπος διαθέτει ψυχή. Ο άνθρωπος που υποκίνησε τις βάρβαρες ενέργειες στο Σαντιάγκο της Κούβας δεν έχει καν καρδιά.
Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι με ποταπά ένστικτα. Οι σαδιστές, οι κτηνάνθρωποι, ατέρμονοι μεταφορείς όλων των προπατορικών αταβισμών κυκλοφορούν με την αμφίεση ανθρώπινων πλασμάτων, είναι όμως τέρατα, χαλιναγωγούμενα μόνο λίγο πολύ από την πειθαρχία και την κοινωνική έξη. Αν τους προσφερθεί ένα ποτό από ένα ποταμό αίματος, δεν θα είναι ικανοποιημένοι ώσπου να στραγγίσουν τον ποταμό.
Ότι χρειάζονταν αυτοί οι άνθρωποι ήταν η διαταγή. Στα χέρια αφανίστηκαν οι καλύτεροι και οι ευγενέστεροι Κουβανοί: οι πιο γενναίοι, οι πιο ειλικρινείς, οι πιο ιδεαλιστές. Ο τύραννος τους αποκάλεσε ιεραποστόλους. Πέθαιναν ως ήρωες στα χέρια ανθρώπων που εισέπρατταν το μισθό τους από τη Δημοκρατία για να την υπερασπίσουν, υπηρετούν τα συμφέροντα μιας κλίκας και δολοφονούν τους καλύτερους πολίτες της.
Στη διάρκεια των βασανιστηρίων των συντρόφων μας, ο στρατός τους προσέφερε την ευκαιρία να σώσουν τις ζωές τους προδίδοντας την ιδεολογία τους και δηλώνοντας ψευδώς ότι ο Πρίο τους είχε δώσει χρήματα. Όταν με αγανάκτηση απέρριπταν αυτή την πρόταση, ο στρατός συνέχιζε με τα φρικτά βασανιστηρία του. Συνέθλιβαν τους όρχεις τους και ξερίζωναν τα μάτια τους. Αλλά κανείς δεν υπέκυψε. Δεν ακούστηκε κανένα παράπονο, ούτε ζητήθηκε καμία χάρη. Ακόμη και όταν είχαν στερηθεί τα όργανα του ανδρισμού τους, οι άνδρες μας ήταν ωστόσο χίλιες φορές περισσότερο άνδρες από όλους τους βασανιστές μαζί. Φωτογραφίες οι οποίες δεν λένε ψέματα, δείχνουν τα πτώματα κομματιασμένα. Χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μέθοδοι.
Απογοητευμένοι από τη γενναιότητα των ανδρών, προσπάθησαν να τσακίσουν το πνεύμα των γυναικών μας. Με ένα ματωμένο ανθρώπινο μάτι στα χέρια τους, ένας λοχίας και διάφοροι άλλοι πήγαν στο κελί όπου κρατούνταν οι συντρόφισσές μας, Μέλμπα Χερνάντες και Χαιντέ Σανταμαρία. Απευθυνόμενοι στην τελευταία και δείχνοντας της το μάτι, είπαν ''Αυτό το μάτι άνηκε στον αδελφό σου. Αν δεν μας πεις όσα αυτός αρνήθηκε να πει, θα του ξεριζώσουμε και το άλλο''. Εκείνη, που αγαπούσε το γενναίο αδελφό της περισσότερο από καθετί, αποκρίθηκε γεμάτη μεγαλείο: ''Αν του ξεριζώσατε το ένα μάτι και δεν μίλησε, πολύ λιγότερο θα το πράξω εγώ''.
Αργότερα επέστρεψαν και έκαψαν τα χέρια τους με αναμμένα τσιγάρα ώσπου, τελικά, γεμάτοι μνησικακία, είπαν στη νεαρή Χαιντέ Σανταμαρία: ''Δεν έχεις πια αρραβωνιαστικό, γιατί τον σκοτώσαμε και αυτόν''. Παραμένοντας όμως ατάραχη, εκείνη απάντησε:  ''Δεν είναι νεκρός, γιατί το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά''. Ποτέ ο ηρωισμός και η αξιοπρέπεια των γυναικών της Κούβας δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη.
Είμαστε Κουβανοί και το να είναι κανείς Κουβανός συνεπάγεται ένα καθήκον, η μη εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος είναι έγκλημα, είναι εθνική προδοσία. Είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία της πατρίδας μας, τη διδαχθήκαμε στο σχολείο και μεγαλώσαμε ακούγοντας για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρώπινα δικαιώματα. Διδαχθήκαμε να τρέφουμε σεβασμό στο λαμπρό παράδειγμα των ηρώων και των μαρτύρων μας. Σεσπεδες, Αγκραμόντε, Μακέο, Γκόμες και Μάρτι ήταν τα πρώτα ονόματα που χαράκτηκαν στο μυαλό μας.
Διδαχθήκαμε ότι για την καθοδήγηση των ελεύθερων πολιτών της Κούβας, ο Απόστολος (ο Μαρτί, συγγραφέας του εν λόγω βιβλίου) έγραψε στο βιβλίο του "Ο χρυσούς αιών": ''O άνθρωπος που συμμορφώνεται με άδικους νόμους και επιτρέπει σε οποιονδήποτε άνθρωπο να κακομεταχειρίζεται την πατρίδα στην οποία γεννήθηκε δεν είναι έντιμος άνθρωπος...Στον κόσμο πρέπει να υπάρχει ένας ορισμένος βαθμός εντιμότητας όπως πρέπει να υπάρχει μια ορισμένη ποσότητα φωτός. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι χωρίς εντιμότητα πολλών ανθρώπων. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που επαναστατούν με μεγάλο σθένος ενάντια σε εκείνους που κλέβουν την ίδια την ανθρώπινη εντιμότητα. Μέσω εκείνων των ανθρώπων χιλιάδες ακόμη περιορίζονται, ένας ολόκληρος λαός περιορίζεται, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια περιορίζεται...''.
Διδαχθήκαμε ότι η 10η Οκτωβρίου και η 24η Φεβρουαρίου είναι ένδοξες επέτειοι εθνικής αφύπνισης διότι σηματοδοτούν ημέρες στις οποίες οι Κουβανοί επαναστάτησαν ενάντια στο ζυγό της απάνθρωπης τυραννίας.
Διδαχθήκαμε να αγαπούμε και να υπερασπιζόμαστε τη σημαία με το μοναχικό της άστρο και κάθε απόγευμα να τραγουδούμε τους στίχους του Εθνικού μας Ύμνου: ''Το να ζεις αλυσοδεμένος σημαίνει να ζεις στην ατίμωση'' και ''Το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά!''.
Όλα αυτά τα μάθαμε και δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ, ακόμη και αν σήμερα στη γη μας επιβάλλεται θάνατος και φυλάκιση στους ανθρώπους που εφαρμόζουν στην πράξη τις ιδέες που διδάχτηκαν από τα γεννοφάσκια τους. Γεννηθήκαμε σε μια ελεύθερη χώρα που μας κληροδότησαν οι γονείς μας και καλύτερα να βυθιστεί το νησί στη θάλασσα παρά να συναινέσουμε να είμαστε σκλάβοι οποιουδήποτε.
Φαινόταν ότι ο Απόστολος θα πέθαινε στη διάρκεια της εκατονταετηρίδας του. Φαινόταν ότι η μνήμη του θα έσβηνε για πάντα. Τόσο μεγάλη ήταν η προσβολή! Εν τούτοις, είναι ζωντανός δεν πέθανε. Ο λαός του είναι ανυπότακτος. Ο λαός του είναι άξιος. Ο λαός του είναι πιστός στη μνήμη του. Υπάρχουν Κουβανοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τις πεποιθήσεις του. Υπάρχουν νέοι άνδρες που με μεγαλόπρεπη ανιδιοτέλεια ήρθαν να πεθάνουν πλάι στον τάφο του, δίνοντας το αίμα τους και τις ζωές τους ούτως ώστε να εξακολουθήσει να ζει στην καρδιά του έθνους. Κούβα, τι θα είχες απογίνει αν άφηνες τον Αποστολό σου να πεθάνει;
Φτάνω στο τέλος της υπερασπιτικής μου έκκλησης, δεν θα την τελειώσω όμως όπως κάνουν οι δικηγόροι, ζητώντας την απελευθέρωση του κατηγορουμένου. Δεν μπορώ να ζητήσω ελευθερία για τον εαυτό μου τη στιγμή που οι σύντροφοί μου ήδη υποφέρουν στην επονείδιστη φυλακή στο Πευκονήσι. Στείλτε με εκεί να σμίξω μαζί τους και να μοιραστώ το πεπρωμένο τους. Είναι κατανοητό ότι οι ειλικρινείς άνθρωποι θα έπρεπε να είναι νεκροί ή φυλακισμένοι σε μια δημοκρατία όπου ο πρόεδρος είναι εγκληματίας και κλέφτης...
Γνωρίζω ότι ο εγκλεισμός θα είναι για εμένα πιο δύσκολος από ότι για οποιονδήποτε, γεμάτος άνανδρες απειλές και απαίσια απανθρωπιά. Δεν φοβάμαι όμως τη φυλακή, όπως δεν φοβάμαι το μένος του τιποτένιου τυράννου που πήρε τις ζωές εβδομήντα συντρόφων μου.
Καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει''.

Η ιστορική απολογία του Φιντέλ Κάστρο στις 6 Οκτώβρη του 1953, στο δικαστήριο του Σαντιάγκο της Κούβας που ξεδίπλωσε το όραμα της επανάστασης για μια δίκαιη κοινωνία. Στις 26 Ιουλίου 1953, ο Φιντέλ ηγήθηκε 150 Κουβανών επαναστατών σε μια επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα, στο Σαντιάγκο ντε Κούμπα. Η επίθεση του 1953 απέτυχε, κάποιοι από τους αντάρτες σκοτώθηκαν και κάποιοι άλλοι, μεταξύ αυτών και ο Κάστρο, πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Κάστρο, ασκούμενος δικηγόρος εκείνη την εποχή, επέλεξε να υπερασπιστεί μόνος τον εαυτό του στη δίκη, η οποία ξεκίνησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1953. Αργότερα δήλωσε ότι τα βασικά στοιχεία της ομιλίας του είχαν ήδη γραφεί για να χρησιμοποιηθούν ως ανακοίνωση και μανιφέστο των εξεγερμένων στην περίπτωση που η εξέγερση επιτύγχανε. Η εισαγγελία ζήτησε να καταδικαστεί σε 30 χρόνια φυλακή. Καταδικάστηκε τελικά σε 15 χρόνια φυλάκιση στο σωφρονιστήριο του Λος Πίνος, που σήμερα ονομάζεται το Νησί της Νεολαίας. Μετά από δύο χρόνια φυλακής, στον Φιντέλ και τους συντρόφους του χορηγήθηκε γενική αμνηστία και αυτοεξορίστηκε στο Μεξικό, απ’ όπου οργανώθηκε και εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά μια ομάδα επαναστατών, ανάμεσά τους ο Αργεντίνος Ερνέστο "Τσε" Γκεβάρα και ο Καμίλο Σιενφουέγκος. Η επιχείρηση στο στρατόπεδο Μονκάδα μπορεί να απέτυχε, αλλά από εκείνη την επίθεση γεννήθηκε το Κίνημα της 26ης του Ιούλη (Movimiento 26 de Julio, M-26-7) που έμελλε το 1959 να ανατρέψει το δικτατορικό καθεστώς του Μπατίστα στην Κούβα.  
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1956, 82 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα αποπλέουν από το Μεξικό, με ένα μικρό σκάφος, το Granma και κατευθύνονται στη δασική περιοχή της Σιέρα Μαέστρα. Στο δρόμο πέφτουν σε ενέδρα των καθεστωτικών και αποδεκατίζονται.
Οι δώδεκα που επιζούν φτάνουν στη Σιέρα Μαέστρα και ξεκινούν αντάρτικο. Το Φλεβάρη του 1956 έγιναν καθολικές απεργίες εργατών στη βιομηχανία ζάχαρης και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Οι επαναστάτες κατάφεραν να συνδυάσουν τον αγώνα στα βουνά με ένοπλες εξεγέρσεις, απεργίες και διαδηλώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στο πλευρό τους είχαν και σημαντικό μέρος του πληθυσμού της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι τις αρχές του 1958 οι ένοπλοι αντάρτες έφταναν τους 6.000 και είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος του νησιού.
Το 1958 αρχίζουν και μετακινούνται από τα βουνά στις πεδιάδες, να καταλαμβάνουν τη μία μετά την άλλη τις πόλεις και τελικά μπαίνουν θριαμβευτές στην Αβάνα την Πρωτοχρονιά του 1959 κι ενώ ο Μπατίστα και οι στενοί συνεργάτες του έχουν εγκαταλείψει το νησί.

19/11/16

Οι διανοούμενοι και η ιστορία.

Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.
Αυτή η ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι η εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Η ιστορία είναι ο χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας– με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.
Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.
Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).
Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ο ορισμός του δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).
Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ο κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.
Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα– είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ο Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.
Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.
Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Η λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».
Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.
Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.
Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.
Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.
Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.
Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα... 

Κορνήλιος Καστοριάδης: "Ο θρυμματισμένος κόσμος"

12/11/16

Οι ταξικές κοινωνίες και το πρόβλημα της ουσίας του ανθρώπου.

Η ανθρώπινη ιστορία, κατά τον Marx, είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Έστω και αν απαλύνουμε την θέση αυτή προσθέτοντας ένα: σε τελευταία ανάλυση και πάλι ανακύπτει μια τραγική αντίληψη για την ανθρώπινη ιστορία. Βέβαια, η αν­θρώπινη ιστορία είναι αντιφατική: μέσα από τη βαρβαρότητα της ταξικής πάλης, έκ­φραση των συγκρουσιακών κοινωνικών σχέσεων, συχνά στην υπηρεσία συγκεκριμέ­νων τάξεων, αλλά και σε σχετική αυτονομία, αναπτύχθηκαν οι τέχνες, οι επιστήμες και ότι ονομάζουμε ανθρώπινο πολιτισμό. Οι πολιτισμικές μορφές δεν ήταν άσχε­τες από ταξικά συμφέροντα και ήταν πάντα σφραγισμένος από μια ορισμένη ταξική οπτική. Παρά ταύτα, στις υψηλότερες στιγμές τους ξεπερνούσαν τη στενή ταξική όραση και διέγραφαν, έστω και στο χώρο της ουτοπίας, απελευθερωτικές δυνατότη­τες για το ανθρώπινο είδος.
Αν εντούτοις θελήσουμε να προσδιορίσουμε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ιστορίας, αυτό θα είναι η βαρβαρότητα – το στοιχείο που δεσπόζει πάνω από τις ευγενικές ή τραγικές απόπειρες για δικαιοσύνη, και ελευθερία. Η βαρ­βαρότητα χαρακτήριζε ήδη την προϊστορία, προϊόν αμάθειας, φόβου, δεισιδαιμο­νιών, και εγωιστικής σκληρότητας. Η βαρβαρότητα, αλλάζοντας συνεχώς μορφές, έγινε πάγιο και κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ιστορίας. Πώς εξηγείται αυτό το γεγο­νός; Και πώς σχετίζεται με την ανθρώπινη φύση χωρίς να ανάγεται άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις στην ατομική ψυχολογία; Και ποιες ήταν οι συνέπειες του για την ουσία του ανθρώπου;
Σημειώθηκε ήδη: Κατά την τρέχουσα μαρξιστική αντίληψη, με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η εργατική δύναμη μπορεί να παράγει περισσότερες αξίες απ’ όσες απαιτούνται για την αναπαραγωγή της. Ιδού λοιπόν η δυνατότητα για εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης με την ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος ή της υπεραξίας. Ο θεσμός της δουλείας ήλθε σαν ο αναπόφευκτος καρπός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων: πάνω στα ερείπια της κοινωνίας των γενών, όπως ση­μειώσαμε, δημιουργήθηκαν οι δουλοκτητικές κοινωνίες με όλη τη φρίκη που ενδη­μούσε σ΄ αυτές. Και αυτό θεωρήθηκε και θεωρείται από την οικονομίστικη, ακρωτη­ριασμένη σκέψη, σαν πρόοδος!
Έτσι λοιπόν, με κάποιο μοιραίο ιστορικό ντετερμινισμό, άσχετο από τα δρώντα ανθρώπινα πλάσματα δημιουργήθηκαν οι πρώτες ταξικές κοινωνίες; Μια κατα­φατική απάντηση θα ήταν μάλλον απλοϊκή. Επειδή η αντικειμενική δυνατότητα που είχε δημιουργηθεί με την αύξηση της παραγωγικότητας, έγινε πραγματικότητα, χάρη σε μια σειρά υπαρκτές ή δυνάμει ιδιότητες της διαμορφωμένης στις προηγούμενες συνθήκες ανθρώπινης φύσης: τον λανθάνοντα ατομισμό, τη δίψα για υλικά αγαθά, την πρωτόγονη σκληρότητα και αναισθησία. Και η νέα πραγματικότητα νομιμοποι­ήθηκε θεσμικά και υπερβατικά (οι θεοί πάντα στην υπηρεσία των θνητών), λαμπρύν­θηκε στο χώρο της ιδεολογίας και υμνήθηκε από ποιητές και μυθοποιούς.
Αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, συμφέροντα και ιδεολογίες ομά­δων, ατομικά συμφέροντα και τάσεις αντικειμενικές που επιβάλλονταν στα άτομα, οδήγησαν στην εξάρθρωση της φυλετικής και στη δημιουργία της ταξικής κοινωνίας. Τα άτομα έδρασαν, υπό την επίδραση των αντικειμενικών δυνατοτήτων, ως φορείς δυνάμει σχέσεων και ως δημιουργοί σχέσεων. Η κοινότητα των συμφερόντων του γένους ή της φυλής ήταν η βάση της αλληλεγγύης των μελών της και της ενότητας του ιδεολογικού και του πολιτισμικού της εποικοδομήματος. Και τώρα υπάρχουν κοινά συμφέροντα, τα οποία εκφράζονται στο νομικό, στο πολιτικό και στο ιδεολογικό εποικοδόμημα. Αλλά τώρα το ατομικό και το γενικό βρίσκονται σε αντίθεση – ο πυ­ρήνας της αντίθεσης υπήρχε σε υποτυπώδη μορφή στην αταξική κοινωνία και τώρα πήρε εκρηκτική μορφή. Πόλεμος ανάμεσα στα άτομα, πόλεμος ανάμεσα στις τάξεις, πόλεμος ανάμεσα στους λαούς και τα έθνη, πόλεμος ανάμεσα στα φύλα.
Οι νέες πραγματικότητες μετέβαλαν την ανθρώπινη φύση, εκκολάπτοντας ή ενισχύοντας τις πιο αρνητικές δυνατότητες της. Ταυτόχρονα ανέπτυξαν νέες, θετι­κές ιδιότητες στα πλαίσια του τότε «πολιτισμού». Αλλά οι πόλεμοι, από τον πόλεμο της Τροίας, μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον πόλεμο του κόλπου ήταν απλώς προϊόν της συγκρούσεως οικονομικών συμφερόντων; Ματαιοδοξίες, ιδεο­λογικοί παροξυσμοί, η ανθρώπινη βλακεία και θηριωδία, συνολικά, υποκειμενικοί, ατομικοί και συλλογικοί παράγοντες που συνδέονταν με την ιστορικά διαμορφωμέ­νη ανθρώπινη φύση, δεν έπαιξαν πάντα ρόλο και ενίοτε πρωταρχικό στους πολέ­μους και σε άλλες φρικιαστικές πρακτικές που σημαδεύουν την πορεία του ανθρώ­πινου γένους; Οι θρησκευτικοί πόλεμοι (τότε και τώρα), η Ιερή Εξέταση, η ποικιλία των βασανιστηρίων και των θανατώσεων, από τη σταύρωση και τον απαγχονισμό μέχρι την ηλεκτρική καρέκλα, οι φυλακές, οι διωγμοί, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ήταν πάντα και αποκλειστικά έκφραση οικονομικών συμφερόντων ή, συνολικά μορ­φές συγκρούσεων όπου η ανθρώπινη φύση είχε μικρό ή μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης;
Το υποκείμενο επικαθορίζεται από τις «δομές», λειτουργεί ως απλός φορέας τους, ως παθητικό ενεργούμενο της νέας Μοίρας που λέγεται τρόπος παραγωγής; Και οι κοινωνικές σχέσεις δεν προϋποθέτουν, για την πραγμάτωση τους, εκτός από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ένα σύνολο, δυνάμει και ενεργεία, ιστο­ρικά καθορισμένων και κληρονομημένων ιδιοτήτων των ατόμων; Χωρίς, όπως το­νίστηκε ήδη, να καταλήξουμε σε κάποια μορφή «ουσιολογισμού», βιολογισμού ή ψυχολογισμού, δε θα πρέπει να αναζητήσουμε στο βάθος της αντικειμενικής ροής της ιστορίας τα ιστορικά διαμορφωμένα άτομα, να ανιχνεύσουμε την αλληλεπίδραση αντικειμενικού και υποκειμενικού και να υπερβούμε, τόσο τον παραδοσιακό οικο­νομικό ντετερμισμό, όσο και το μηχανιστικό δομισμό;
Ατομική ιδιοκτησία, καταμερισμός εργασίας, εμπόρευμα – χρήμα: τρείς πη­γές αλλοτρίωσης σύμφωνα με τον Marx. Αλλά τι σημαίνει αλλοτρίωση; Τι είναι αυ­τό που αλλοτριώνεται, που γίνεται αλλότριο, ξένο, άλλο από τον εαυτό του; Όχι βέ­βαια το Απόλυτο Πνεύμα, αλλά στοιχεία και δυνατότητες που ενυπάρχουν στο άτο­μο. Έτσι, αν ορίσουμε ως ουσία του ανθρώπου το σύνολο του ψυχικού και πνευμα­τικού του περιεχομένου, καθώς και βασικών βιολογικών χαρακτηριστικών του, όπως αυτά πραγματώνονται στο εσωτερικό των σχέσεων στις οποίες είναι ενταγμέ­νο το άτομο, τότε η έννοια της ουσίας συναρτάται, αλλά δεν ταυτίζεται με την έννοια της ανθρώπινης φύσης. Αλλά όπως και η ανθρώπινη φύση, έτσι και η ουσία δεν υπάρχει στο μη κοινωνικό, στο απομονωμένο άτομο, σε κάποιον «Ροβινσώνα» της φιλοσοφικής αφαιρέσεως. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει έξω από τα άτομα, ως μεταφυ­σική, υποστασιοποιημένη οντότητα (π.χ. Ψυχή). Υπάρχει και χαρακτηρίζει τα υπαρ­κτά, συγκεκριμένα άτομα, που ταυτόχρονα προσδιορίζεται από ένα σύνολο κοινω­νικών σχέσεων. Και καθώς το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι αντιφατικό και μεταβαλλόμενο, έτσι και η ουσία του ανθρώπου δεν αντιστοιχεί σε κάποια εξωϊστορική έννοια, έστω και αν διατηρεί – λιγότερο ή περισσότερο – κάποιες διαχρονι­κές σταθερές. Ο άνθρωπος γίνεται προσωπικότητα στην πορεία της ιστορίας. Έτσι οι περιπέτειες της ιστορίας είναι και περιπέτειες της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Η δίψα για ιδιοκτησία είναι μια πρώτη αιτία αλλοτρίωσης, απώλειας της ου­σίας του ανθρώπου. Οπως έγραφε ο Μαρξ, «η ποσότητα του χρήματος γίνεται όλο και περισσότερο η μοναδική και παντοδύναμη ιδιοκτησία του ανθρώπου…». Οσο λι­γότερο είσαι, όσο λιγότερο εκδηλώνεις τη ζωή σου, τόσο περισσότερα κατέχεις, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η αλλοτριωμένη σου ζωή, τόσο περισσότερο συσσωρεύεις από το αλλοτριωμένο είναι σου». Το κυνήγι του πλούτου συνεπάγεται την απώλεια ουσιαστικών δυνατοτήτων του ατόμου. Συρρικνώνει το περιεχόμενο της ζωής σ’ αυ­τή τη φενάκη. Συνεπάγεται, τελικά, την αίσθηση της ματαιότητας και την έλλειψη νοήματος στην καθημερινή ζωή».
Ας αφήσουμε λοιπόν τα σχολαστικά ερωτήματα της θεολογικής ή της υπαρ­ξιστικής σκέψης (Sartre) για το αν η ουσία προηγείται της ύπαρξης ή αν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, και ας δούμε τι μένει σταθερό, τι μεταβάλλεται και γιατί με­ταβάλλεται στην πορεία της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών.
Η ατομική ιδιοκτησία είναι η βάση της παραγωγικής δομής του νομικού εποι­κοδομήματος και της ηθικής της αστικής κοινωνίας, όσο και αν αυτή εξωραΐζεται από τους ιδεολόγους με την ψεύτικη λάμψη της ελευθερίας, της ισότητας και της δι­καιοσύνης. Για πολλούς η ατομική ιδιοκτησία συνιστά την ίδια την ουσία του αν­θρώπου. Άλλο όμως υλικές ανάγκες του ατόμου και απόκτηση των αγαθών που ικα­νοποιούν αυτές τις ανάγκες και άλλο η ιδιωτική κατοχή μέσων παραγωγής, η λύσσα για ιδιοκτησία και ο πλουτισμός με την ιδιοποίηση υπεραξίας. Η μικρή, οικογενεια­κή ιδιοκτησία, στις πρώτες της μορφές, δεν ήταν προϊόν αλλοτριωμένης εργασίας. Στην πορεία όμως, με την ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας και της δουλείας, έγινε προϊόν αλλοτρίωσης και πηγή αλλοτρίωσης. Η ανάγκη για υλικά αγαθά μετασχημα­τίσθηκε σε λατρεία της ιδιοκτησίας και του χρήματος. Ο πρωτόγονος ατομισμός και η πρωτόγονη περηφάνεια, μετατράπηκαν σε ματαιοδοξία, κενότητα, και ψυχρό ατο­μισμό. Και οι νέες αυτές ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης βρίσκονταν στη βάση της βαρβαρότητας που συνόδευσε τη διάλυση της κοινωνίας των γενών.
Με την ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνικής και την κυριαρχία του κεφαλαιοκρατικού βιομηχανικού τρόπου παραγωγής, εντάθηκαν τα φαινόμενα απο­ξένωσης και απώλειας της ουσίας του ανθρώπου. Ο καταμερισμός εργασίας, έγραψε ο Marx, είναι η δολοφονία του λαού. Ο εργάτης θεωρεί την εργασία ξένη και εχθρική προς τη ζωή του. θεωρεί ότι ζει μόνον όταν δεν εργάζεται. Στη γεωργία, όπως και στο εργοστάσιο, ο κεφαλαιοκρατικός μετασχηματισμός της παραγωγής γίνεται το μαρτυρολόγιο του παραγωγού. Όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής μετα­μορφώνονται σε μέσα για τον εξουσιασμό και την εκμετάλλευση του παραγωγού, που τον μετατρέπουν σε εξάρτημα της μηχανής.
Αυτή ήταν η άποψη του Marx. Αντίθετα με τους αστούς και τους όψιμους «μαρξιστές» θαυμαστές του ο Marx μίλαγε στην εποχή του για βιομηχανική παθο­λογία για κατάσταση που χτυπά το άτομο στην ίδια τη ρίζα της ζωής του, για εξά­ντληση του σώματος, και του πνεύματος, για τον άνθρωπο που ζει στη μολυσμένη ανάσα του πολιτισμού, για θυσία γενεών και λαών, για καταστροφή των δύο μόνι­μων πηγών του πλούτου: της γης και του ανθρώπου για χάρη του κέρδους και της «ανάπτυξης» – για μια επιστημονική πρόοδο που χρησιμοποιείται για τη συστηματι­κότερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.
Ο άνθρωπος στην κεφαλαιοκρατική – βιομηχανική κοινωνία αποξενώνεται από τα μέσα παραγωγής και από το προϊόν της εργασίας του. Η εξωτερίκευση της εργατικής του δύναμης, είναι ταυτόχρονα αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό του. Ταυτόχρονα ο εργάτης αποξενώνεται από την κοινωνική ζωή, από την παιδεία, τον πολιτισμό και από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που καταστρέφονται, ενώ μένουν μόνες κυρίαρχες οι σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής. Ο αστικός – βιομη­χανικός πολιτισμός στερεί τον άνθρωπο από βασικές σταθερές ανάγκες όπως ο κα­θαρός αέρας, το νερό και το φως του ήλιου, η φύση και η καθαρή τροφή, διαταράσσει τον ομαλό μεταβολισμό του ανθρώπου με τη φύση. Συνεπάγεται τη φυσική και την πνευματική υποβάθμιση του εργαζόμενου. Το άγχος το οποίο γεννά η αβεβαιότητα, η προσωρινότητα, η αίσθηση του κενού, η ανυπαρξία νοήματος. Ο άνθρωπος βαθμι­αία υποβαθμίζεται σε εξάρτημα της μηχανής για την παραγωγή υπεραξίας, σε μονο­διάστατο παραγωγικό – καταναλωτικό ον που εκχωρεί τη βιολογική του ύπαρξη για να τη συντηρήσει. Τι ανθρώπινη ουσία, έγραφε ο Engels, παραμένει σε μια γυναίκα που από δέκα χρονών γυαλίζει καρφίτσες; Σήμερα οι γυναίκες δεν γυαλίζουν καρφί­τσες. ‘Ομως τι ανθρώπινη ουσία παραμένει σε μια γυναίκα που 10 και 12 ώρες την ημέρα γαζώνει στη ραπτομηχανή, χτυπά τα πλήκτρα του υπολογιστή ή καθαρίζει γραφεία σε ουρανοξύστες; Το άθροισμα των παραγωγικών δυνάμεων, των κεφαλαί­ων, των μορφών των κοινωνικών σχέσεων – που κάθε άτομο και κάθε γενεά βρί­σκουν ως υπάρχοντα δεδομένα – είναι η συγκεκριμένη βάση αυτού που οι φιλόσοφοι φαντάστηκαν σαν ουσία του ανθρώπου. Αυτά σύμφωνα με τη Γερμανική ιδεολογία. Οι παραγωγικές δυνάμεις και τα κεφάλαια περίσσεψαν στην εποχή μας. Αλλά τι γί­νεται με τις κοινωνικές σχέσεις; Άρα την ουσία του ανθρώπου;
Η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της αποξένωσης και της αλλοτρίωσης, είναι -από μια άλλη άποψη – παραγωγός μυστηρίων. Σαν ανεστραμμένη εικόνα της πραγ­ματικής ζωής, παράγει αλλοτριωμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης, που στη βά­ση τους βρίσκονται η αποξένωση, ο φετιχισμός του εμπορεύματος και η πραγμοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων. Η κοινωνία των σουπερμάρκετ και των ακρωτηρια­σμένων ατόμων εμφανίζεται, στο χώρο της ιδεολογίας, σαν η Εδέμ της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Δικαιοσύνης.
Τι μένει λοιπόν από την ουσία του ανθρώπου στις σύγχρονες κεφαλαιοκρατικές – βιομηχανικές κοινωνίες; Αποξένωση, αλλοτρίωση», ακύρωση των θετικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου όντος. Πλάστης, αλλοτριωμένης μορφής συνείδηση ενός κόσμου αλλοτριωμένου όπου η ατομική ιδιοκτησία ταυτίζεται με την ουσία του ανθρώπου και όπου αντίστροφα η έλλειψη ιδιοκτησίας από τον προλετάριο μεταφράζεται, στο χώρο της πλαστής συνείδησης, ως κατάσταση ελευθερίας.
Οι βιολογικές σταθερές του ανθρώπινου όντος δε μεταβλήθηκαν ριζικά στην πορεία της «πολιτισμένης» ιστορίας του. Εντούτοις ο εργάτης υποβαθμίζεται βιολογικά στην κεφαλαιοκρατική – βιομηχανική κοινωνία. Αποξενώνεται από την εργατική του δύναμη, από τη φύση και τους συνανθρώπους του. Αλλοτριώνεται, γίνεται ξένος από τον ίδιο τον εαυτό του, καθώς η ουσία του περιορίζεται όλο και περισσότερο στη δυνατότητα να πωλήσει το μόνο εμπόρευμα που διαθέτει: την εργατική του δύναμη, στην αγορά εργασίας. Ο άνθρωπος έφτασε στα άστρα, αλλά η αποτυχία του βιομηχανικού πολιτισμού είναι καθολική: στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην ηθική, στο νόημα της ζωής. Ο άνθρωπος, αποξενωμένος από την ουσία του, γίνεται ξανά άγριο ζώο, αλλά ζώο μολυσμένο από την δηλητηρια­σμένη ανάσα του πολιτισμού» (Marx).
Υπάρχει λοιπόν ελπίδα;

Ευτύχης Μπιτσάκης: Ανθρώπινη φύση: αντιφάσεις και δυνατότητες.

6/11/16

Η θαμπωμένη χώρα.

Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,
όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,
πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,
μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη. 

Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ’ απ’ τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,
στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες. 

Έτσι είναι. Kι άλλα τα ‘χω δει -θαρρώ- στα μαύρα ξένα,
άλλα εδώ πέρα στο χωριό, και κάποια στο νησί μου,
κάποια στο δρόμο του γιαλού, σε χρόνια ευτυχισμένα,
κι όλα τους, κι όλη η χώρ’ αυτή μού λέει για τη ζωή μου. 

A! Kαθώς μπαίνω στ’ άχαρα τα βραδινά στενά της,
κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ’ απαντήσει,
εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·
θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση· 

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ’ εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

1/11/16

Το τσακάλι και το λαγουδάκι.

Ένα λευκό τσακάλι κυνηγά ένα λευκό λαγουδάκι. Στις απέραντες χιονισμένες στέπες του Καναδά. Το σαρκοβόρο είναι πεινασμένο και άγριο ως την άκρη των νυχιών κι ως την άκρη της τρίχας του. Το λαγουδάκι το αλαλιάζει τρελός ο φόβος του θανάτου. Τρέχει σα σφαίρα.
Το ένστικτο του ολέθρου, που πλακώνει, πολλαπλασιά­ζει τις δυνάμεις φυγής στο αθώο ζώο. Η οργή της πείνας, που δεν αντέχεται, πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις καταδίω­ξης του αγριμιού. Πόλεμος φρικαλέος χωρίς όρια και χω­ρίς όρους ξετυλίγεται στο πεδίο της φύσης.
Παρακολουθούμε τη σκηνή στην οθόνη. Ένα μόλις πή­δημα χωρίζει το χορτοφάγο από το σαρκοβόρο. Τα δόντια του κακού ζουλαπιού λάμπουνε λευκοπυρωμένα καρφιά στην παγωνιά. Το δέρμα του τρυφερού λαγού το ταράζουν ριπές από έξαλλες φρικιάσεις. Νιώθει κιόλας στη ράχη του το αγκομαχητό του αγριμιού.
– Μη! φωνάζουμε έντρομοι. Όχι! Να σωθεί το αθώο άκακο ζώο. Να μην ιδούμε να το σπαράζουν τα ιδρωμένα δόντια. Να μην ιδούμε τη σάρκα του πώς ξεσκίζεται. Τα ποδαράκια του να τρέμουν τρομαλέα, και να τινάζουνται στον αέρα σφαδάζοντας. Το αχνιστό αίμα πώς θα βάφει το αλέκιαστο χιόνι.
Ορμόφυχα και αυθόρμητα, σα να μας κυνηγά τους ίδι­ους η τρομάρα, ψηφίζουμε σωτηρία για το λαγό και αστο­χιά για το τσακάλι. Φωνάζουμε, βόηθα, θεέ! Πάψε το κα­κό και το άδικο που συντελιέται τώρα στη φύση! Πάψε την οργή σου!
Ξαφνικά και ενώ το αγρίμι αγγίζει με το μουσούδι του την ουρά του λαγού, γίνεται το απρόσμενο. Η δύναμη όρασης του τσακαλιού μπερδεύεται με το χιόνι. Σε μια στροφή του λαγού το τσακάλι τραβάει ευθεία. Χάνει από­τομα το ρυθμό του. Αποσυντονίζεται το τέμπο της κίνη­σης. Η κάθετη ευθυβολία στο στόχο, που η φύση χωρίς οίκτο και χωρίς λύπηση αξιώνει για τη στιγμή, ταράζε­ται.
Αυτό ήταν. Ο λαγός κερδίζει απόσταση. Ξεμακραίνει. Όλο και ξεμακραίνει. Ένα, δύο, πέντε, δέκα μέτρα. Σε λί­γο έχει χαθεί από το οπτικό πεδίο βολής του τσακαλιού.
Το σαρκοβόρο σταματά. Κοιτάζει ατενώς. Τίποτα. Ο λευκός ορίζοντας μπροστά του έχει γίνει ένα αδιάφορο χάος. Άβυσσος ερημιάς και ολέθρου. Το απλανές βλέμμα του τσακαλιού, ξέτυχο ανάμεσα στην ηλιθιότητα και στην ανεξήγητη απορία, είναι ό,τι απόμεινε από τη σκηνή.
– Μπράβο! φωνάζουμε, και φτεροκοπάμε τα χέρια και τα πόδια μας. Λύνεται ο κακός μας βραχνάς. Η ανάσα μας ξαναγυρίζει. Ένα αίσθημα λύτρωσης χτυπά σαν το γέλιο τη διάθεσή μας. Δόξα στον κόσμο και στο θεό. Το λαγουδάκι εγλύτωσε.
Λάθος, τίμιε αναγνώστη. Το λαγουδάκι εγλύτωσε, αλλά το τσακάλι θα πεθάνει από την πείνα.
Αυτό δεν τό ’χαμέ σκεφθεί.
Η ιστορία μας χαρίζει δύο συμπεράσματα. Το ένα είναι συμπέρασμα περί της μεθόδου. Ότι η σκέψη μας είναι μο­νόδρομος. Όλοι πονάμε το λαγουδάκι. Γιατί είναι το υπο­ψήφιο αναίτιο θύμα. Το αδύναμο πλάσμα της φύσης. Κα­νείς δεν συμπονά το τσακάλι. Το αιμοδιψές και το αιμοβόρο. Γιατί κανείς δε σκέφτεται ότι και κείνο είναι το υποψήφιο αναίτιο θύμα, στην περίπτωση που θα του ξεφύγει ο λαγός. Όπως και έγινε, δηλαδή.
Εμάθαμε να σκεφτόμαστε με οδηγό το ακρατές μας συ­ναίσθημα. Ανάλατα και πλαδαρά. Ευνουχισμένα, γελοία, και μονόφθαλμα. Και παροπλίσαμε τη λογική και τη γνώση.
Το άλλο είναι συμπέρασμα περί της ουσίας.
Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίχτηκε ένα επεισόδιο της φύσης με δύο όρους ισοσθενείς και αντίρροπους. Και ως προς την αγριότητα ακραίους.
Εδώ είναι για να ζήσει το ένα από τα δύο. Ή το τσακάλι ή ο λαγός. Ή ο λαγός ή το τσακάλι. Ούτε και τα δύο γίνε­ται να ζήσουν, ούτε και τα δύο γίνεται να πεθάνουν. Αλλά ή το ένα ή το άλλο. Τρίτον δε δίδεται. Tertiumnondatur.
Ωστόσο, αν φύγουμε από τη λογική του είτε… είτε, και πάμε στη λογική του τόσο… όσο, ο συλλογισμός μας θα ξετυλιχθεί εντελώς διαφορετικά. Από αντιθετικός γίνεται συμπληρωματικός.
Θέλω να ειπώ: για να ζήσει το τσακάλι, πρέπει να πεθάνει ο λαγός· και αντίστροφα, για να ζήσει ο λαγός πρέ­πει να πεθάνει το τσακάλι.
Με άλλα λόγια, η ζωή στο προκείμενο είναι συνάρτηση του θανάτου, και ο θάνατος είναι συνάρτηση της ζωής. Ζει το τσακάλι; αυτό σημαίνει ότι χρεωστά τη ζωή του στο θάνατο του λαγού. Ζει ο λαγός; αυτό σημαίνει ότι χρεωστά τη ζωή του στο θάνατο του τσακαλιού. Το ένα ζει χάρη στο θάνατο. Το άλλο πεθαίνει χάρη στη ζωή.
Το εξαγόμενο είναι πως η βάση σε κάθε μορφή ζωής είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι το θεμέλιο και η αιτία και η σωτηρία της ζωής. Χωρίς θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Ζωή και θάνατος είναι τα δύο μισά που δίνουν εκείνο το απλό και απόλυτο φαινόμενο, που το ονομάζουμε φύση, φύεσθαι, γέννηση, natura.
Ο βαθύτερος, δηλαδή, νόμος της φύσης δεν είναι ή το ένα ή το άλλο ανεξάρτητα από το ένα ή το άλλο. Αλλά εί­ναι ή το ένα ή το άλλο μέσα από το ένα ή το άλλο. Είναι η ζωή του λαγού μέσα από το θάνατο του τσακαλιού, ή η ζωή του τσακαλιού μέσα από το θάνατο του λαγού. Δε δί­νεται, δηλαδή, ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο, αλλά μόνο το τρίτο δίνεται, που προκύπτει σαν απροσδιοριστία του πρώτου και του δεύτερου. Μόνον tertiumdatur.
Αυτή η κυρίαρχη τάξη μέσα στη φύση καταργεί τον ένα από τους τέσσερες νόμους της κλασικής λογικής. Κα­ταργεί το νόμο του τρίτου ή μέσου αποκλείσεως. Prin- cipium exclusi tertii sive medii.
Και νά ’τανε μόνο αυτό! Γιατί όχι μόνο καταργεί το νόμο του τρίτου ή μέσου αποκλείσεως, αλλά αντίστροφα ιδρύει και επιβάλλει τον αντίθετό του σαν τον κυρίαρχο νόμο της λογικής απάνου στον οποίο στηρίζεται και ο πρώτος νόμος της ταυτότητας (Α είναι Α), και ο δεύτερος νόμος της αντίφασης (Α δεν είναι όχι Α).
Ο νέος νόμος της μή αποκλείσεως του μέσου ή του τρί­του, Principium non exclusi tertii sive medii, μετά το 1927 που ο Χάιζενμπεργκ διατύπωσε την αρχή της Απροσδιορι­στίας (Unscharferelation) γίνεται ο υπερνόμος και της λογι­κής του ανθρώπου και της φύσης του κόσμου.

Δημήτρης Λιαντίνης – "Γκέμα".

30/10/16

Εξουσία δημόσιας καλαισθησίας.

«Οι ανθρώπινες βαρβαρότητες εναντίον της μορφής των Αθηνών, βαρβαρότητες από το κράτος, από ιδιώτες, από εταιρείες, από τον καθένα που διαθέτει λίγη πέτρα (και τσιμέντο), είναι καιρός να ξυπνήσουν στους λίγους Αθηναίους (ο Μωρεάς θεωρούσε «Αθηναίους» μια κατηγορία λεπταίσθητων ανθρώπων έστω κι αν ήσαν από την Κίνα) το πνεύμα της πόλεως ή καλλίτερα το πάθος της πόλεως.
Ας σώσωμεν την Πρωτεύουσα.
Εξ αιτίας της αναισχυντίας στην οποίαν ωδήγησε η ανάγκη να κατέχωμε οικόπεδα σ’ αυτό τον ιερό και δυστυχισμένο χώρο, επρότεινα εδώ και λίγον καιρό στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» να νομοθετηθή μια Εξουσία Δημοσίας Καλαισθησίας, Ανώτατο Συμβούλιο από αρχαιολόγους, καλλιτέχνες, ιστορικούς και αρχιτέκτονες, εξουσιοδοτημένο να επιτρέπει ή να απαγορεύει κάθε τι που επηρεάζει την μορφή της πόλεως.
Οικοδομαί και μνημεία, διαρρυθμίσεις δρόμων, κήπων, βράχων, το σημαντικό ή το ελάχιστο, αρκεί να σχετίζεται με την όψη των Αθηνών – και τι είναι εκείνο που δεν επηρεάζει την μορφή της πόλεως – θα κρίνωνται από ένα αρμόδιο Σώμα και απλούστατα δεν θα γίνονται, αν δεν πρέπει να γίνουν.
Την μορφή της πόλεως θα την εξουσίαζει τότε ένα Συμβούλιο. Τώρα το δημόσιο και αιώνιο αυτό πράγμα, αυτή την ιδέα, την εξουσιάζει κάθε άνθρωπος και την εξευτελίζει…
Εφθάσαμεν έτσι στην σημερινή εποχή όπου η ανάγκη κατοικιών, η μανία της ακίνητης ιδιοκτησίας, η ευκολία του τσιμέντου και η χονδροκοπιά η τόσον κυρίαρχη σήμερα, γέμισαν την Πρωτεύουσα από στούμπους και παλούκια και δημιούργησαν για τους καλαίσθητους ανθρώπους πανικό.
Είναι χαρακτηριστικό πως μέσα στο επιτελείο κι αυτού ακόμη του (Χαρίλαου) Τρικούπη δεν βρέθηκαν άνθρωποι με καλαισθητικές ιδέες ώστε να του υποβάλουν μέτρα για να σώσουν την μορφή της πόλεως. Είναι τουλάχιστον γεγονός πως στην πρωθυπουργία του δυνατότερου τότε πολιτικού φαγώθηκαν από τα φουρνέλα λόφοι ιστορικής και αισθητικής αξίας.
Μόλις όταν έδυσε ο (Χαρίλαος) Τρικούπης (1896), ένας από τους σκεπτόμενους ανθρώπους που τον τριγύριζαν, ο μόνος ίσως του επιτελείου του, εμίλησε για τέτοιες πολυτέλειες – ο μακαρίτης αξιωματικός του Μηχανικού Πέτρος Λυκούδης.
Σε μια διαμαρτυρία του στο «Άστυ», για την αταραξία του κράτους στο ζήτημα της καταστροφής των λόφων, ο Λυκούδης υπενθύμισε πόσο πρόσεχαν τα λεπτά αυτά ζητήματα οι αρχαίοι, οι οποίοι δεν επέτρεψαν λατομεία κοντά στις πόλεις κι όταν χρειάστηκαν για τον Παρθενώνα και άλλα κτίρια πειραϊκό λίθο, έσκαψαν για να τον λατομήσουν τάφρο μακρυά και στενή προς την διεύθυνση της κορυφής της Πειραϊκής Χερσονήσου, για να μην φαίνονται οι πληγές της γης από την πόλη και τον λιμένα.
Αποτέλεσμα της κραυγής αυτής ήταν να ψηφισθή ένας νόμος του 1896 που απαγόρευε την λατομεία στην περιοχή των Αθηνών και του Πειραιώς χωρίς να γνωμοδοτήσει ένα Συμβούλιο τριών αρχαιολόγων και να δώσει την άδεια ο Υπουργός Εσωτερικών.
Αλλά αρκετοί λόφοι ως τότε είχαν καταστραφή. Οι υπόλοιποι χάθηκαν μετά την ψήφιση του νόμου. Το βορεινό στήριγμα του Λυκαβηττού – ολόκληρος τεράστιος βράχος – αφανίστηκε πολύ κατόπιν. Ο Σβορώνος εφώναζεν ως τα τελευταία χρόνια για την καταστροφή ιστορικών λόφων.
Τόσο ασυγκίνητο είναι το κράτος για ό,τι δεν ενδιαφέρει την ασφάλεια και την παραγωγή. Στον μικρό εκείνο νόμο του 1896 βρίσκομε οπωσδήποτε την πρώτη ιστορική συγκίνησι της Ελληνικής Πολιτείας για το αστάθμητο και αόριστο που λέγεται καλαισθησία των Αθηνών.
Αν το μέτρο ήταν γενικώτερο κι έβαζε μερικούς οικοδομικούς περιορισμούς τουλάχιστον σε καίρια μέρη της πόλεως, αν προστάτευε τα ιστορικά κτίρια του ανθρώπου ή τα (δεδομένα) της φύσεως, αν εμπόδιζε την μανία του ύψους, αν απαγόρευε πύργους απέναντι στο Πανεπιστήμιο και φούρνους δίπλα στην Ακαδημία, αν έσωζε την κορυφή του Λυκαβηττού από την ασχημία των καμπαναριών και των φρουρίων, θα έβαζε ασφαλώς μερικά όρια στην Ελληνική βαρβαρότητα και θα είχεν από τότε επιβάλει την ιδέα πως η μορφή της πόλεως είναι ανώτερη από μας και διαρκέστερη από την ατομική μας μορφή.
Αλλά αισθάνονται ντροπή, καθώς φαίνεται, μια κυβέρνηση ν’ απασχολήση την Βουλή με τέτοιες ψιλοδουλειές.
Σήμερα, στα 1927, μιλούμε ακόμη για την ανάγκη να γίνη Εξουσία Δημοσίας Καλαισθησίας, η οποία δυστυχώς λίγα πράγματα θα έχει πλέον να σώση, επειδή οι μεγάλες καταστροφές όπως αυτή του Λυκαβηττού έγιναν πλέον ή έχουν αποφασισθή, η Ακαδημία και το Πανεπιστήμιον έχουν μασκαρευθή από τα γειτονικά βαναυσουργήματα, και μέρη της πόλεως αχώριστα από την Νεοελληνική ζωή και ιστορία, όπως η Πλατεία Συντάγματος, έγιναν αγνώριστα.
Σε όλο τον Κόσμο η πλέον απερίφρακτη πόλις σήμερα είναι η Πρωτεύουσα του Ελληνισμού.
Τα χειρότερα πράγματα που είπε η πέτρα τα είπε στας Αθήνας και τώρα τα φοβερώτερα που έχει να πει το τσιμέντο θα τα πει στας Αθήνας. Στην πόλη που ενδιαφέρει όλον τον Κόσμο χτίζει όπου θέλει και όπως θέλει ή αν έχει κανένας λίγη εξουσία καταφέρνει ό,τι θέλει.
Γλυπτικά έργα πέφτουν στις πλατείες και στους δημοσίους κήπους σαν αερόλιθοι, χωρίς να ξέρουμε από πού ήρθαν. Στην Πλατεία Συντάγματος – σε θέση ακριβώς που ήταν να μπει έργο ιδεών και ομαδικών συγκινήσεων – χώθηκεν ένα ακατανόητο διακοσμητικό σύμπλεγμα για περιφερόμενους επαρχιώτες.
Οι γωνιές, οι πλατείες απειλούνται από βάναυσα και μέτρια πράγματα τα οποία θα διώξουν τους χίλιες φορές ωφελιμώτερους δημόσιους πάγκους και θα εμποδίσουν χωρίς λόγο την αναπνοή του κόσμου.
Ας προφτάσουμε να σώσουμε ό,τι μπορεί ακόμη να σωθή.
Πρέπει να επιβάλουμε δια νόμου την ιστορική και αισθητική ευθιξία που λείπει από τους πολλούς εμάς σ’ ένα Συμβούλιο αρμοδίων προσώπων εφοδιασμένο με πραγματική δικαιοδοσία, ικανή να δημιουργήση στους Έλληνες με τα έργα του το πνεύμα πόλεως, το πάθος της καλαίσθητης μορφής.
Μιας τέτοιας Εξουσίας η δικαιοδοσία θα έφθανε μακρύτερα από την πόλι, στα τοπία (της Αττικής τουλάχιστον) και θα μας είχε σώσει από το αισχρό θέαμα που παρουσιάζουν για τον πολιτισμόν μας σήμερα δάση σφαγμένων πεύκων στα πρόθυρα της πόλεως.
Είναι και τα δένδρα μνημεία όπως είναι και τα έργα δημοσίας ωφελείας.
Ποιο κράτος του κόσμου παρουσιάζει αυτό το φριχτό κρεοπωλείο των σφαγμένων πεύκων; Η «ρητίνευσις» γίνεται σ’ όλον τον κόσμον κατά ένα ωρισμένο τρόπο, ευπρεπή και προστατευτικό του δένδρου.
Εδώ, στα πρόθυρα της Αθήνας, ένας περίπατος για τον ξένον που περνά μέσα από δάση ολόκληρα σακατεμένα, είναι οδύνη. Στην Αμερική έχουν περιφράξει ολόκληρες εκτάσεις δασών, μόνον και μόνον για να διατηρήσουν την μορφή των και να τα σώσουν από τον άνθρωπο.
Έξω από την Πρωτεύουσα του Ελληνισμού καταστρέφουμε πενήντα ετών δάση και διατηρούμε ένα βάρβαρο θέαμα που προσβάλλει περισσότερο από τον ανθρωπισμό μας την καλαισθησία μας.
Να που η ευθιξία της μορφής, αν την είχαμε, θα έσωζε την δασική φυτεία της Αττικής. Η ίδια ευθιξία της μορφής, αν υπήρχε σ’ εμάς, θα μας είχεν εξεγείρει όλους εναντίον της αδιάντροπης ιδέας να χτισθή μια τούρτα στην κορυφή του Λυκαβηττού.
Ένας από τους χθεσινούς ξένους των Δελφών, Γάλλος νομίζω, εδήλωσε πως αν ποτέ αποφασίσουν να χτίσουν στην κορυφή του χαριτωμένου βράχου, θα έρθη εδώ από την πατρίδα του με όσους άλλους μπορούν ν’ αγωνιστούν και θα πέσουν εν ανάγκη για να εμποδίσουν τέτοιο ανοσιούργημα.
Εκεί καταλήξαμε. Τα λάθη μας θα δημιουργήσουν ξένη λεγεώνα καλαισθησίας! Θα έρχονται ξένοι να πέσουν στην μάχη του Λυκαβηττού, όπως άλλοτε στην μάχη του Πέτα.
Ας προλάβωμε την νέαν αυτήν μορφήν του φιλελληνισμού… Ας γίνωμε ικανοί να προστατεύσωμε μόνοι μας την Πρωτεύουσα.
Την διατήρηση των μυστικών δεσμών της αισθητικής και της ιστορίας, οι οποίοι με την συνεργασίαν των σχηματίζουν την μορφήν της πόλεως, πρέπει να την εμπιστευθούμε σ’ ένα Σώμα Δημόσιας Καλαισθησίας, συγκροτημένο με την αυστηρότερη προσοχή, όχι γνωμοδοτικό απλώς, αλλά κυρίαρχο Σώμα που θα έχει το δικαίωμα να απαγορεύει βαρβαρότητες και στο ίδιο το κράτος.
Έτσι θα απαλλάξουμε και τους ξένους από την υπερβολική προθυμία να επεμβαίνουν στην πόλη μας και θα αποφύγουμε τον φιλελληνισμό της καλαισθησίας.
Η επέμβαση των ξένων σε ζητήματα καλαισθητικά και μνημειακά της Ελλάδος δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου… Προ δέκα χρόνων, στο Ηράκλειο Κρήτης, επειδή ο Δήμος ήθελε να γκρεμίση ένα Ενετικό μνημείο της Πλατείας, ένας Άγγλος που το θεώρησε αυτό ακαλαισθησία και ασέβεια, ωπλίστηκε και κοιμόταν την νύχτα κάτω από το μνημείο για να το υπερασπίση!
Το κίνημά του, αν και αυθαίρετο, ήταν πάντως αγνό και όχι αδικαιολόγητο, επειδή στο Ηράκλειο έχουν πάθει μεγάλη καταστροφή τα μεσαιωνικά μνημεία. Για τούτο είναι περιττό να προσθέσω πως η δικαιοδοσία του Συμβουλίου Καλαισθησίας δεν θα έπρεπε να είναι βέβαια περιωρισμένη στην Πρωτεύουσα μόνον του κράτους. Κάθε άλλο!»
Ζαχαρίας Παπαντωνίου,  «Νέα Εστία», Τεύχος 9, 1927, Σελ. 516-518.

28/10/16

Φασισμός.

"Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο φασισμός ήταν άγνωστος, τόσο σαν κοινωνικό κίνημα όσο και σαν κόμμα. Ακόμα και σαν λέξη. Μέχρι τότε, κυριαρχούσε στον κόσμο μας ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός με την απειρία των αντιφάσεων και των παλινδρομήσεών του, ενώ τα κομουνιστικά καθεστώτα εμφανίστηκαν κι αυτά μόνο μετά από τούτον τον σημαδιακό για την ιστορία του αιώνα μας πόλεμο. Αυτός ο πόλεμος λοιπόν, ο λεγόμενος Μεγάλος, που ωστόσο ήταν πολύ μικρός σε σχέση με τον μεγαλύτερο που θα τον ακολουθήσει ύστερα από 25 μόλις χρόνια, έδειξε στις μάζες την πλήρη χρεοκοπία του αστικού φιλελευθερισμού, αφού ήταν πόλεμος ανάμεσα σε αστικές χώρες. Ο Μεσσίας είναι ένα περίεργο ον που ενσαρκώνεται και αποσαρκώνεται περιοδικά, ίσα ίσα για να διατηρεί άσβεστη τη μεταφυσική ελπίδα των σε όλα μικρομεσαίων. 
Οι μάζες μετά τον πόλεμο ένιωσαν απατημένες, όχι μόνο γιατί τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή-τους, όπως λίγα χρόνια πριν τους υπόσχονταν οι "αρχηγοί" για να τους παρασύρουν στο μακελειό "με το χαμόγελο στα χείλη" αλλά και διότι η μίζερη ζωή τους επιδεινωνόταν συνεχώς και περισσότερο, εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής κρίσης που ήρθε να προστεθεί το 1929, και που βάζει οριστικά τέρμα στην υποσχεμένη για μετά τον πόλεμο ευτυχία. Οι μαρξιστές και οι κομουνιστές έχουν συνείδηση της κατάστασης, και δεν εκπλήσσονται από το γεγονός πως τα πράγματα παν από το κακό στο χειρότερο.
Οι υπόλοιποι, και κυρίως οι λεγόμενες πλατιές μάζες που ούτε τότε ούτε τώρα πολυκαταλαβαίνουν ότι η δυστυχία εκπορεύεται από τον κόσμο τούτον και καθόλου από τον κόσμο των πνευμάτων, αναμένουν εναγώνια τον Μεσσία. Οι αιώνιοι μικρομεσαίοι, πάντα απορημένοι και μόνιμα μπερδεμένοι, έτσι στριμωγμένοι ανάμεσα στους αστούς που τους ζηλεύουν και που προσπαθούν να τους φτάσουν και τους προλετάριους που τους μισούν γιατί η ύπαρξή τους και μόνο προδιαγράψει σαν πιθανή και τη δική τους μοίρα του κοινωνικού και οικονομικού εκπεσμού, τούτοι λοιπόν οι περί τα πάντα αδαείς μικρομεσαίοι, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Ιστορία σαν αυτόνομη πολιτική δύναμη μέσα από το φασισμό, που είναι αποκλειστικά δικό τους σάπιο φρούτο.
Η πρώτη φροντίδα του πρώην "σοσιαλιστή" Μουσσολίνι, που και στην "πρώην" πολιτική του περίοδο είναι τελείως άσχετος με τον μαρξισμό — το παράδειγμά του για έναν σοσιαλισμό χωρίς μαρξισμό, σαν να λέμε για μια σκορδαλιά χωρίς σκόρδο, θα το ακολουθήσουν πάρα πολλοί αντιμαρξιστές "σοσιαλιστές" — η πρώτη λοιπόν φροντίδα του Ντούτσε, είναι να διακηρύξει την έχθρα του, τόσο προς τον καπιταλισμό όσο και προς τον κομουνισμό. Μάλιστα, στο πρώτο καταστατικό των φασιστικών του ομάδων που θα συγκροτηθούν αργότερα σε κόμμα, διακηρύσσεται απερίφραστα πως η ιδιοκτησία πρέπει να καταργηθεί, και τούτο παρά την εξαρχής δηλωμένη εχθρότητα του φασισμού για τον κομουνισμό.
Ποτέ ο πολιτικός παραλογισμός δεν έφτασε σε τέτοιο ύψος. Φυσικά, λίγο αργότερα, όταν ο φασισμός θα γίνει όργανο του μεγάλου κεφαλαίου, η "ιερότητα" της ιδιοκτησίας θα διακηρυχτεί εκ νέου, κι όλα θα παν καλύτερα για τον τρομοκρατημένο μικρομεσαίο που για μυριοστή φορά ξαναβλέπει το σταθερό του όνειρο για μια σπάταλη ζωή. Ωστόσο, ο φασισμός αγωνίζεται σχεδόν μέχρι τέλους σε δύο μέτωπα: Το αντικομουνιστικό και το αντικαπιταλιστικό. Βέβαια τούτος ο τελευταίος αγώνας είναι ένα αισχρό ψέμα της φασιστικής προπαγάνδας, που προσπαθεί να κρατήσει τον μικρομεσαίο στη σωστή του θέση, ανάμεσα στα δύο άκρα. Άλλωστε, η ταξική αυτονομία του μικρομεσαίου είναι ένα αστείο παραμύθι, αφού η μοίρα του είναι να κινείται άλλοτε δεξιά κι άλλοτε αριστερά σαν εκκρεμές, ανάλογα με την "προκοπή" του, ή τη χρεοκοπία του, που του επιβάλλουν οι αντικειμενικές συνθήκες. Ο μικρομεσαίος είναι ένα τέρας με δύο κεφάλια που κανένα από τα δύο δεν είναι δικό του.
Ο Ζηνόβιεφ, εκδηλώνοντας την αμηχανία του γι' αυτό το τρομερό και πρωτόγνωρο για την εποχή του φαινόμενο που ήταν ο φασισμός με την αναμφισβήτητη λαϊκή του βάση, διακήρυξε πως "ο φασισμός είναι όργανο της αστικής τάξης" και ησύχασε, λες κι αυτό που ενδιαφέρει είναι το όργανο καθαυτό κι όχι το πώς και το γιατί φτιάχνεται το όργανο, που αφού φτιαχτεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί μπορεί και όχι. (Η άποψη του Ζηνόβιεφ συνεχίζει δυστυχώς να είναι η "επίσημη" αριστερή άποψη). 
Ο Ράντεκ, πολύ πιο νηφάλιος από τον Ζηνόβιεφ και καθόλου δογματικός δίνει έναν καίριο ορισμό του φασισμού που νομίζουμε πως ισχύει πάντα: "Ο φασισμός είναι ο σοσιαλισμός των μικρομεσαίων μαζών". Εννοεί βέβαια πως τούτος ο μικρομεσαιικός σοσιαλισμός είναι απλώς μια προσδοκία συναισθηματικής τάξεως για έναν καλύτερο κόσμο που οι μικρομεσαίοι στο πορτοφόλι και στο νου περιμένουν να τους φτιάξει ανέξοδα ο Αρχηγός, κι όχι οι ίδιοι με τους αγώνες τους.
Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο Μεσσίας καθίσταται αναγκαίος, και γιατί όλα τα φασιστικά κόμματα καταρρέουν αυτομάτως με το θάνατο του Αρχηγού: Ο Μεσίας είναι ένα περίεργο ον που ενσαρκώνεται και αποσαρκώνεται περιοδικά, ίσα ίσα για να διατηρεί άσβεστη τη μεταφυσική ελπίδα των σε όλα μικρομεσαίων.
Η Κλάρα Τσέτκιν, ασκώντας κι αυτή κριτική στον Ζηνόβιεφ από τα αριστερά όπως και ο Ράντεκ, φαίνεται πιο συγκαταβατική από τον τελευταίο, αλλά και πιο συναισθηματική, όταν λέει: "Ο φασισμός είναι το κίνημα των βασανισμένων, των πεινασμένων, των ρημαγμένων από τη φτώχεια, των απελπισμένων".
Είναι καταφάνερη εδώ η πρόθεση της Τσέτκιν να αθωώσει τους "παρασυρμένους" από το φασισμό προλετάριους, γιατί βέβαια, υπήρξαν και τέτοιοι εν αφθονία. Ενώ ο Ράντεκ "εκχωρεί" ολόκληρο το φασισμό στους μικρομεσαίους, η Τσέτκιν προσπαθεί να δικαιολογήσει με τρόπο απαράδεκτα συναισθηματικό το αναμφισβήτητο γεγονός πως ο φασισμός ενώ είχε τοποθετήσει την καρδιά του στη μέση (στους μικρομεσαίους) πατούσε, ωστόσο με το αριστερό του πόδι στους μη κομουνιστές προλετάριους και με το δεξί του στο μεγάλο κεφάλαιο. Πάντως θα ήταν τιμιότερο να πει και η Τσέτκιν εξ' αρχής αυτό που είπαν μετά όλοι οι νηφάλιοι μαρξιστές: Όπου αποτυχαίνει ο κομουνισμός, πετυχαίνει ο φασισμός. Είναι καταστροφικά ανόητο να θεωρούμε τον ξεμωραμένο και εξαθλιωμένο μικροφασίστα σαν όργανο του μεγάλου κεφαλαίου, τη στιγμή που δεν είναι παρά ένας απόλυτα απαίδευτος και ολικά βλαξ, σαν αυτόν ακριβώς που περιγράφει ο Ράιχ στο μνημειώδες έργο του "Η μαζική ψυχολογία του φασισμού".
Είναι αδύνατο να εξηγήσουμε το φασιστικό φαινόμενο μόνο με τα δεδομένα της κοινωνιολογίας και της πολιτικής οικονομίας. Σίγουρα στον φασίστα υπάρχει και μια πλευρά καθαρά ψυχολογική, μας αρέσει δεν μας αρέσει ο Βίλχελμ Ράιχ. Η άρνηση της ψυχολογίας εδώ είναι εκ του πονηρού: Κάπου βαθιά ή λιγότερο βαθιά μέσα μας πρέπει να κοιμάται ένα φασιστάκι, που το στρίμωξαν εκεί μυριάδες ευνουχισμοί και αποστερήσεις, αρχής γενομένης από τη σεξουαλική αποστέρηση, όπως θέλει να πιστεύει ο Ράιχ, και μαζί-του και ο υπογραφόμενος, που δε θα πάψει να θεωρεί και τον μικρομεσαίο και τον προλετάριο και τον αστό φασίστα σαν ανθρώπους ολικά ευνούχους: Πνευματικά, νοητικά, συναισθηματικά, ενστικτικά.
Ο φασίστας είναι μια μούμια που της φύγαν όλοι οι χυμοί της ζωής, είναι ένας νεκροζώντανος ένας ζόμπι που πρέπει να ταφεί το ταχύτερο, καταρχήν για λόγους δημόσιας υγείας. Ο φασίστας είναι το άγος και το όνειδος της ράτσας των ανθρώπων, ένα άγος κι ένα όνειδος που ξαπλώνεται σ' ολόκληρο το ταξικό φάσμα, αλλά που εγκαθίσταται με εντελώς ιδιαίτερη προτίμηση στο κέντρο του, δηλαδή στην περιοχή που καλύπτεται από τον ποικιλότροπο ερμαφροδιτισμό των μικρομεσαίων, απ' όπου εκπορεύονται ακτινωτά όλες οι συμφορές του κόσμου τούτου. 
Ο Αρτούρο Λαμπριόλα βάζει τα πράγματα στην ακριβή τους θέση όταν λέει: "Στην αρχή ο φασισμός δεν ήταν ούτε αστικός ούτε συντηρητικός. Έγινε τέτοιος κάτω από την πίεση των περιστάσεων". Ωστόσο επιμένουμε στο "κάτω από την πίεση των περιστάσεων", στην περίοδο δηλαδή που ο φασισμός συγκροτείται σε κόμμα και καταλαμβάνει την εξουσία, και ξεχνούμε ή κάνουμε πως ξεχνούμε τι ήταν στο ξεκίνημά του, και κυρίως τι συνεχίζει να είναι τώρα που περιέπεσε σε παρακμή σαν μαζικό κίνημα και που έγινε υπόθεση μιας χούφτας ηλιθίων και ανώμαλων νοσταλγών.
Ε, λοιπόν, στην αρχή του ο φασισμός ήταν αυτό που συνεχίζει να είναι και σήμερα: Υπόθεση μιας χούφτας ανώμαλων και ηλιθίων, που αποτέλεσαν το προζύμι που έκανε να φουσκώσει η ανθρώπινη βλακεία και κακοήθεια σ' όλο το φριχτό της μεγαλείο. Η φασιστική φύτρα ήταν και είναι πάντα το αποτέλεσμα της αμάθειας, της ψυχανωμαλίας, του φόβου, της στέρησης (σ' όλες τις μορφές της και καταρχήν της σεξουαλικής), της μικρόνοιας, της κακοήθειας, της έλλειψης ειλικρίνειας. 
Ο φασισμός είναι η συνισταμένη όλων των κακών ποιοτήτων του ανθρώπου. Και επειδή η συνισταμένη, σαν γεωμετρική έννοια, ενέχει ήδη μέσα της και την έννοια του κέντρου, είναι πολύ φυσικό ο φασισμός, σαν κοινωνικό πια γεγονός, (και όχι μόνο ψυχολογικό) να εμφανίζεται καταρχήν και κατά κύριο λόγο στη μικρομεσαία περιοχή του κοινωνικοπολιτικού φάσματος. 
Οι μικρομεσαίοι λοιπόν πρέπει να μπαίνουν σε μόνιμη καραντίνα. Διότι είναι η διαρκώς πυορροούσα εστία πολλών και ποικίλων κοινωνικών μολύνσεων, η καταστροφικότερη από τις οποίες είναι ο φασισμός.