28/5/17

Τι είναι ελευθερία του λόγου;

Τι είναι ελευθερία του λόγου; Μπορεί να έχει περιορισμούς, μπορεί να χρησιμοποιείται ως έννοια κατά το δοκούν, μα ως πράξη να είναι ουτοπία;
Ηθικά η ελευθερία του λόγου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας, καθώς αποτελεί το σπουδαιότερο μέσο έκφρασης και επικοινωνίας των ανθρώπων. Η κατάργηση ή, έστω, ο περιορισμός της ελευθερίας του λόγου θίγει επομένως την ίδια την ανθρώπινη προσωπικότητα…
Η ελευθερία του λόγου δεν ανταποκρίνεται μόνο σε μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, αλλά αποτελεί και, τη σπουδαιότερη ίσως, conditio sine qua non της δημοκρατίας. Χωρίς ελευθερία του λόγου, δεν είναι δυνατή καμία δημοκρατική διαδικασία.
Αν καταγράφαμε όλα τα δικαιώματα που ο άνθρωπος έχει στη ζωή του, δε θα είχαμε καμία δυσκολία ή αμφιβολία να καταχωρήσουμε στην πρώτη γραμμή εκείνο της ελεύθερης έκφρασης και σκέψης στη ζωή του. Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος και ελεύθερος πρέπει να πορεύεται μέσα στον κοινωνικό στίβο της ζωής του.
Πολλοί είναι οι μελετητές που υποστηρίζουν ότι ο λόγος αξίζει και ως σκοπός αλλά και ως μέσο.
Ως σκοπός, η ελευθερία του λόγου συνδέεται με την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως προσωπικότητα, με την ανάπτυξη των ικανοτήτων αλλά και των δυνατοτήτων του.
Αν ο άνθρωπος δεν έχει την ελευθερία να σκέπτεται, όπως επιθυμεί, αλλά και να ανταλλάσσει τις σκέψεις και τις ιδέες του με τους άλλους, πώς είναι δυνατόν να πραγματώσει τους σκοπούς της ύπαρξής του, όντας μια μη ολοκληρωμένη προσωπικότητα;
Από την άλλη πλευρά, ως μέσον η ελευθερία του λόγου συνιστά απαραίτητο στοιχείο για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στο εν λόγω πολίτευμα, οι αποφάσεις έχουν ως βάση -ως στήριγμα- τις επιλογές των πολιτών.
Η ελευθερία του λόγου είναι αναγκαία για την πληροφόρηση, για τη διαμόρφωση επιλογών αλλά και για την ίδια τη συμμετοχή του πολίτη.
Επιπλέον είναι απαραίτητη, για να γίνεται έλεγχος προς την εξουσία αλλά και προς τα πρόσωπα που την ασκούν.
Η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να αποτελέσει τον σπόρο που εάν φυτευτεί και καλλιεργηθεί σε κατάλληλο έδαφος όπως στα πλαίσια μιας κοινωνίας που σέβεται τη διαφορετικότητα και επιδιώκει τη συναίνεση, οι καρποί -που θα αποφέρει- θα καταδείξουν την αξία και τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ελευθερίας. Αντίθετα, η καταπίεση του λόγου δεν λύνει τα προβλήματα αλλά δημιουργεί πικρίες, μίση και συνιστά απειλή για την κοινωνική συνοχή.
Η ελευθερία του λόγου είναι ένα από τα βασικότερα όπλα που ο άνθρωπος έχει στα χέρια του για την πληροφόρηση και τη συμμετοχή του μέσα στην κοινωνία, για τη διαμόρφωση τάσεων και απόψεων για μια κοινωνική συγκρότηση και ανθρώπινη συμπεριφορά που θα την καταυγάζει η καθαρότητα της αγάπης και της συναδελφοσύνης.
Επιπλέον, με αυτή μπορεί να ασκείται έλεγχος όχι μόνον προς την εξουσία αλλά και προς τα πρόσωπα που την ασκούν. Το εξαίρετο αυτό δικαίωμα κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος. Πρόκειται για την ελευθερία του καθενός να μπορεί να εκδηλώνει τις σκέψεις του και να εκφράζεται ελεύθερα. Δεν είναι τυχαία η συνάντηση που γίνεται μεταξύ ελευθερίας γνώμης και δημοκρατίας. Στο δημοκρατικό πολίτευμα όλες οι ιδέες είναι αποδεκτές, με την έννοια ότι όλες οι ιδέες είναι ελεύθερες. Το συγκεκριμένο πολίτευμα επιτρέπει την ελεύθερη κίνηση και κυκλοφορία των ιδεών και απόψεων και καθένας έχει την ελευθερία να αποδεχτεί ή να απορρίψει οποιαδήποτε ιδέα, άποψη ή γνώμη.
Εκδοχές της ελευθερίας του λόγου μπορούν να βρεθούν σε πρώιμα έγγραφα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Αγγλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του 1689 αναγνώριζε την «ελευθερία του λόγου στο Κοινοβούλιο» και είναι ακόμα σε ισχύ. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, που υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το 1789, επιβεβαίωνε ειδικά την ελευθερία του λόγου ως αναφαίρετο δικαίωμα. Η Διακήρυξη προβλέπει την ελευθερία της έκφρασης στο άρθρο 11, το οποίο ορίζει ότι:
“Η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών και απόψεων είναι ένα από τα πιο πολύτιμα δικαιώματα του ανθρώπου. Κάθε πολίτης μπορεί, κατά συνέπεια, να μιλήσει, να γράψει, και να εκτυπώσει με ελευθερία, αλλά θα είναι υπεύθυνος για καταχρήσεις της ελευθερίας αυτής, όπως θα ορίζεται από το νόμο.”
Σήμερα, η ελευθερία του λόγου, ή η ελευθερία της έκφρασης, αναγνωρίζεται στο διεθνές και περιφερειακό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στο άρθρο 13 της Αμερικανικής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στο άρθρο 9 του Αφρικανικού Χάρτη Ανθρωπίνων και Λαϊκών Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα του Τζον Μίλτον, η ελευθερία του λόγου νοείται ως ένα πολύπλευρο δικαίωμα που περιλαμβάνει όχι μόνο το δικαίωμα έκφρασης ή διάδοσης πληροφοριών και ιδεών, αλλά και τρία ακόμη διακριτά σκέλη:
*το δικαίωμα στην αναζήτηση πληροφοριών και ιδεών.
*το δικαίωμα στην λήψη πληροφοριών και ιδεών.
*το δικαίωμα στην διάδοση πληροφοριών και ιδεών.
Από τη σύντομη αυτή αναφορά δεν μπορεί να προκύψουν αμφιβολίες για την θεμελιώδη σημασία του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου.
-Στην υπόθεση The Handyside (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Σειρά Α, Αρ. 24) η φύση και το πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης καθορίστηκε ως ακολούθως:
“Η ελευθερία της έκφρασης συνιστά αναγκαίο θεμέλιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδó της και για την ανάπτυξη κάθε ανθρώπου. Εφαρμόζεται όχι μόνο στην “πληροφόρηση” ή στις “ιδέες” που γίνονται ευνοϊκά δεκτές ή θεωρούνται ως ανώδυνες ή αδιάφορες, αλλά, επίσης, σε εκείνες που προσβάλλουν, πλήττουν ή ενοχλούν το Κράτος ή οποιοδήποτε τμήμα του πληθυσμού. Τέτοιες είναι οι απαιτήσεις της πλουραλιστικής ανεκτικότητας και του ανοιχτού πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν νοείται η ύπαρξη “δημοκρατικής κοινωνίας».
“Το Σύνταγμα φτιάχτηκε για να προστατεύει απόψεις που ενοχλούν.
Τις άλλες, έτσι κι αλλιώς, δεν θέλει να τις λογοκρίνει κανείς.”
είχε πει ο αμερικανός δικηγόρος Mike Godwin, του Electronic Frontier Foundation (EFF), ο άνθρωπος που συντόνιζε τις προσπάθειες ενάντια στο νομοσχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης το οποίο προσπαθούσε να περιορίσει την ελευθερία του λόγου στον κυβερνοχώρο. Στον Mike Godwin, πρέπει να αποδοθεί ένα μεγάλο κομμάτι της τελικής νίκης, ενάντια στην κυβέρνηση Clinton που πέρασε το «Διάταγμα περί Eυπρέπειας στις Eπικοινωνίες» (Communications Decency Act).
Η επιλογή για την ελευθερία του λόγου, ηχεί όμορφα σε όλες τις γνώστες διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων:
–Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 19):
“Ο καθένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του καθενός να διατηρεί ανενόχλητος τις απόψεις του καθώς επίσης του δικαιώματος να αναζητά και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες με οποιοδήποτε μέσο σε όλο τον κόσμο.”
–Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 10):
“Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία διατήρησης της άποψης του καθώς επίσης και του δικαιώματος να αναζητά και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες χωρίς την παρέμβαση οποιασδήποτε κρατικής αρχής σε όλο τον κόσμο.”
–Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 19 παρ. 1, 2):
“Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει την άποψη του χωρίς καμία παρέμβαση. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να αναζητά, να λαμβάνει και να μεταδίδει οποιεσδήποτε πληροφορίες και ιδέες ανεξαρτήτως συνόρων, είτε προφορικά είτε γραπτά ή εκτυπωμένα, σε μορφή τέχνης ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο της επιλογής του.”
“Όπου αμφισβήτηση, εκεί ελευθερία…”
έγραφε τον 1ο αιώνα, ο ρωμαίος γνωμικογράφος Publilius Syrus.
“Μέχρι να χάσεις την υπόληψή σου, δεν συνειδητοποιείς πόσο μεγάλο φορτίο είναι και τι σημαίνει πραγματικά ελευθερία.”
Margaret Mitchell, 1900-1949, Αμερικανίδα συγγραφέας.

27/5/17

Εσείς βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου...

Εσείς βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου
Τα χιόνια μην τα λιώσετε, όσο να ΄ρθουν και τα' άλλα.
Ο Βάλτος επροσκύνησε και όλο το Ξηρομέρος,
Το Μεσολόγγι το μιρκό, αυτό δεν προσκυνάει,
Γιατ' είν' ο Μάρκο Μπότσαρης με τα Σουλιωτοπαίδια
Βαστάτε να βαστάσουμε το φετεινό χειμώνα
Ομέρ Βρυώνης φώναξε, Ομέρ Βρυώνης λέγει:
'Έλα Μάρκο προσκύνησε στην πόρτα του Βεζύρη,
για να γένεις αρματωλός, Ξηρόμερο και Βάλτο'
'Εσύ καλά με γνώρισες μωρέ Ομέρ Βρυώνη.
Εγώ 'μ' ο Μάρκος Μπότσαρης. τούρκους δεν προσκυνάω.
Δεν είν' ο Μάρκος άπιστος σαν τον Τουρκογιωργάκη,
Εγώ ιμπάτι καρτερώ τον Λότντο και Νικήτα,
Για να σου κάμω πόλεμο έως το κιαμέτι.'
Ομέρ Βρυώνης τ' άκουσε , βαριά αναστενάζει,
Σηκώθη πάλι εγύρισε στην Άρτα για να πάγει,
Τον Αγο-Κιόρη έστειλε να πάει στο Καρπενήσι.
Καραϊσκάκης το 'μαθε τον ταϊφέ του κράζει,
Στο Σοβολάκου πέρασε, μέσα στον Αη Βλάση
Κι επιάσανε τον πόλεμο μ' αυτόν τον Αγο-Κιόρη,
Τρακόσιους δέκα σκότωσαν κι αυτόν τον Ισλάμ-Μπέντο.
Που 'ταν ρεντσάλι του πασά και πρώτος τσοχαντάρης.
Πίσω οι Τούρκοι έγευγαν στου Άσπρου το ποτάμι,
Πέντε χιλιάδες πνίγηκαν, πεζούρα και καβάλλα.

13/5/17

«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε!»


«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν όλη την ώρα

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει
που μερικοί άνθρωποι
πεθαίνουν όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες
μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα
όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια
και να έχεις εμπνεύσεις.»
☆ ☆ ☆
Λόρενς Φερλινγκέτι.







7/5/17

Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι πραγματικά ελεύθερος!

“Διηγούμαι πάντα την ιστορία ενός σχολείου ζώων, μια συναρπαστική ιστορία που λένε οι παιδαγωγοί επί χρόνια. Πάντα γελάμε μ’ αυτή, αλλά ποτέ δεν κάνουμε τίποτε.
Ένας λαγός, ένα πουλί, ένα ψάρι, ένας σκίουρος, μια πάπια και διάφορα άλλα ζώα αποφάσισαν ν’ ανοίξουν ένα σχολείο. Κάθισαν όλοι κάτω να οργανώσουν το πρόγραμμα.
Ο λαγός επέμεινε ότι στο πρόγραμμα έπρεπε να συμπεριληφθεί το τρέξιμο.
Το πουλί επέμεινε για το πέταγμα.
Το ψάρι επέμεινε για το κολύμπι.
Ο σκίουρος επέμεινε για το κάθετο σκαρφάλωμα στα δέντρα.
Κι όλα τα άλλα ζώα ήθελαν να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα η ειδικότητά τους, κι έτσι έβαλαν τα πάντα και μετά έκαναν το ανεπανόρθωτο σφάλμα να επιμείνουν να παρακολουθήσουν όλα τα ζώα όλα τα μαθήματα.
Ο λαγός έτρεχε υπέροχα, κανείς δεν έτρεχε τόσο γρήγορα σαν το λαγό. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι ήταν απαραίτητο για τη διανοητική και συγκινησιακή πειθαρχία να μάθουν στο λαγό να πετάει. Επέμειναν λοιπόν να μάθει να πετάει και τον ανέβασαν σ’ ένα κλαδί και του είπαν: «Πέτα, λαγέ!» Το κακόμοιρο το ζωάκι πήδησε κι έσπασε το πόδι του και το κεφάλι του. Έπαθε ζημιά ο εγκέφαλός του και μετά ούτε να τρέξει καλά δεν μπορούσε. Έτσι αντί για Α στο τρέξιμο πήρε Γ. Πήρε κι ένα Δ στο πέταγμα για την καλή του προσπάθεια. Κι όλοι στην επιτροπή του προγράμματος ήταν ευχαριστημένοι.
Το ίδιο έγινε και με το πουλί — πέταγε σαν τον άνεμο εδώ κι εκεί, έκανε τούμπες και κόλπα κι έπαιρνε Α στο πέταγμα. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι έπρεπε να μάθει να σκάβει τρύπες σαν τυφλοπόντικας. Βέβαια το πουλί έσπασε τελικά τα φτερά του και το ράμφος του και πολλά άλλα και δεν μπορούσε πια ούτε να πετάει. Όλοι όμως ευχαριστήθηκαν που του έβαλαν ένα Γ στο πέταγμα, και ούτω καθεξής.
Και ξέρετε ποιος ήταν ο αριστούχος αυτού του σχολείου;
Ένα διανοητικά καθυστερημένο χέλι γιατί μπορούσε να κάνει τα πάντα σχεδόν αρκετά καλά. Η κουκουβάγια αποσύρθηκε και τώρα ψηφίζει «όχι» σε όλα τα ψηφίσματα που έχουν να κάνουν με τα κονδύλια της παιδείας.
Όλοι το ξέρουμε πολύ καλά, πως ο τρόπος αυτός είναι λανθασμένος κι ωστόσο κανείς δεν κάνει ποτέ τίποτε. Μπορεί να είσαι μεγαλοφυΐα. Μπορεί να είσαι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου — δε θα καταφέρεις να μπεις στο Πανεπιστήμιο – αν δεν περάσεις την τριγωνομετρία. Που θα την κάνεις τι; Δεν μπορείς να πάρεις απολυτήριο από το Λύκειο αν δεν περάσεις σ’ αυτό και κείνο το μάθημα! Δεν μπορείς να βγεις από το Δημοτικό αν δεν κάνεις αυτό ή το άλλο! Δεν έχει καμιά σημασία ποιος είσαι. Ρίξτε μια ματιά στη λίστα των αποτυχημένων μαθητών: Γουίλιαμ Φώκνερ, Τζον Φ. Κέννεντυ, Τόμας Έντισον.. Δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα στο σχολείο. Ήταν κόλαση γι’ αυτούς. «Δε θέλω να μάθω κάθετο σκαρφάλωμα. Ποτέ δεν πρόκειται να σκαρφαλώσω κάθετα σ’ ένα δέντρο. Είμαι πουλί. Μπορώ να πετάξω στην κορφή του δέντρου χωρίς να χρειάζεται να σκαρφαλώσω». «Δεν έχει σημασία, είναι καλή πνευματική άσκηση».
Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου.
Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.
Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε.
Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. […] Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας. […] Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι’ αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν’ αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι είναι για να το δίνεις.
Θεωρούμε το «εγώ» μας σαν κάτι ουσιαστικό, τον εαυτό που κατασκευάσαμε. Θα σας πω όμως μια αλήθεια, δεν τον κατασκευάσατε εσείς αυτό τον εαυτό. Άλλοι τον έφτιαξαν. Οι άλλοι σας είπαν ποιος πρέπει να είστε και ποιος όχι, πώς πρέπει να κινείστε, να μυρίζετε και να κάνετε τα περισσότερα πράγματα που κάνετε. […] Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί. […] Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπουν μέσα σου τα νέα μηνύματα. Ο εαυτός κατασκευάζει τεράστια τείχη γύρω του για «αυτο»προστασία. Αυτά τα τείχη τα ονομάζει πραγματικότητα. Ο,τιδήποτε δεν ταιριάζει μ’ αυτό που ο περιτειχισμένος εαυτός θεωρεί πραγματικό, δεν αφήνεται να περάσει από το τείχος∙ έτσι, όταν πια φτάνει μέσα η νέα αντίληψη, έχει γίνει αυτό που ήθελε από την αρχή. Έτσι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας βλέποντας μόνον ό,τι θέλουμε να δούμε, ακούγοντας μόνον ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, μυρίζοντας ό,τι θέλουμε να μυρίσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν απολύτως αόρατα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται εδώ. Για να δούμε, το μόνο που χρειάζεται είναι να τα αφήσουμε να μπουν, να τα αγγίξουμε, να τα γευτούμε, να τα δαγκώσουμε, να τα αγκαλιάσουμε (το πιο ευχάριστο), να τα ζήσουμε όπως είναι –όχι όπως είμαστε εμείς. «Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η απάθεια».
«Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα, θα διάλεγα τον πόνο».«Υπάρχουμε εμείς, ο εαυτός μας και πάνω σ’ αυτό τον εαυτό συσσωρεύουμε χιλιάδες και χιλιάδες πράγματα που μπορεί να μην είναι ο εαυτός μας, μα που να ανήκουν μάλλον στην οικογένειά μας, την κουλτούρα μας, τους φίλους και ούτω καθεξής. Τα παίρνουμε μαζί μας και τότε αυτά γίνονται εμείς και είμαστε ικανοί να πεθάνουμε για να υπερασπίσουμε αυτό το «εμείς» και καταφεύγουμε στην απάθεια για να αποφύγουμε τις προκλήσεις του νέου εαυτού. Δημιουργούμε επίσης μοντέλα τελειότητας. Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο».
«Είμαστε ήδη τέλειοι. Ο κόσμος είναι ήδη τέλειος. Προσπαθούμε να επέμβουμε σ’ αυτή την τελειότητα κι από κει πηγάζουν όλα τα προβλήματά μας. Τι θαυμάσιο που θα ήταν, αν μπορούσαμε να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε ο τέλειος εαυτός μας. […] Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις ποιος είναι ο τέλειος εαυτός σου. Είσαι όμως ο τέλειος εαυτός σου και είναι ο μοναδικός τέλειος εαυτός σου που θα περάσει έτσι στην ιστορία του κόσμου! Ίσως οι άλλοι να προσπαθήσουν να τον κάνουν ατελή […]»
“ Όταν γελάς, κινδυνεύεις να σε περάσουν για χαζό. Και τι με αυτό; Οι χαζοί διασκεδάζουν πολύ!”
“Όταν κλαις κινδυνεύεις να σε περάσουν για συναισθηματικό. Και βέβαια είμαι συναισθηματικός. Μου αρέσει. Τα δάκρυα βοηθάνε.”
“Όταν ανοίγεσαι στον άλλο, κινδυνεύεις να μπλέξεις. Ποιος λέει ότι το μπλέξιμο είναι κίνδυνος; Εγώ θέλω να μπλέξω.”
“Όταν εκδηλώνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να δείξεις τον πραγματικό σου εαυτό. Και τι άλλο έχω να δείξω;”
“Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου μπροστά στους άλλους, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αφελής. Α, μ έχουν χαρακτηρίσει πολύ χειρότερα από αυτό.”
“Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην στο ανταποδώσουν. Δεν αγαπώ για να μου το ανταποδώσουν.”
“Όταν ζεις, κινδυνεύεις να πεθάνεις. Είμαι έτοιμος για αυτό…”
“Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να απογοητευτείς, κι όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις. Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. Ο άνθρωπος που δεν ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε, δεν είναι τίποτε. Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, όμως δεν μπορεί να μάθει και να νιώσει και να αλλάξει και να αναπτυχθεί και να αγαπήσει και να ζήσει. Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας σκλάβος. Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι πραγματικά ελεύθερος!

Λεό Μπουσκάλια-“Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις”. 

1/5/17

Η φωτιά είναι υπόγεια και δεν θα μπορέσετε να την σβήσετε!

Το 1886 στο Σικάγο, τη μέρα της Πρωτομαγιάς οι εργάτες κατέβηκαν σε γενική απεργία διεκδικώντας 8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση, 8 ώρες ύπνο. Η αμερικανική κεφαλαιοκρατία αιματοκύλισε τους εργάτες άγρια και στο τέλος συνέλαβε τους αρχηγούς και τους οδήγησε στην κρεμάλα. Οι πρώτοι ήρωες της πρωτομαγιάς είναι ο Αύγουστος Σπάις, o Σαμουήλ Φίλντεν, ο Αλμπερ Πάρσον, ο Λουί Λιγκ, ο Τζωρτζ Εγκελ, ο Αντολφ Φίσερ, ο Μάικλ Σβαμπ, και ο Όσκαρ Νίμπι.
Η 1η Μάη 1886 στο Σικάγο των ΗΠΑ ήταν μέρα απεργίας. Τη μέρα αυτή νέκρωσαν τα πάντα στην πόλη (εργοστάσια, φορτηγά, τρένα, αποθήκες, οικοδομές), οι εργαζόμενοι κήρυξαν απεργία και συγκεντρώθηκαν για να διεκδικήσουν τα τρία οχτώ: «8 ώρες για δουλειά, 8 ώρες για ανάπαυση και μόρφωση, 8 ώρες για ύπνο».
«Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα. Ο παγωμένος άνεμος της λίμνης, που συχνά ήταν πολύ διαπεραστικός την άνοιξη, ξαφνικά έπεσε και είχε βγει ένας δυνατός ήλιος. Όλα ήταν ήσυχα, τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειστές, τα φορτηγά βαγόνια αχρησιμοποίητα, οι δρόμοι  έρημοι, οι οικοδομές παρατημένες, δεν έβγαινε καπνός από τα φουγάρα των εργοστασίων και οι μάντρες των ζώων ήταν σιωπηλές. Ήταν Σάββατο, εργάσιμη μέρα. Ομως οι εργάτες γελώντας, κουβεντιάζοντας και ντυμένοι με τα καλά τους, κατευθύνονταν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, στη λεωφόρο Μίτσιγκαν. Ο δρόμος είχε αποκτήσει ατμόσφαιρα γιορτής… Έξω από τον κύριο όγκο της διαδήλωσης και στους γειτονικούς δρόμους ήταν παραταγμένοι λόχοι αστυνομικών και ειδικών δυνάμεων, έτοιμοι να επιβάλουν “το νόμο και την τάξη”. Σε στρατηγικά σημεία, στις στέγες, ήταν μαζεμένοι αστυνομικοί, Πίνκερτον και αξιωματικοί της εθνοφρουράς, κρατώντας όπλα και άλλα σύνεργα πολέμου. Στους στρατώνες, 1.350 εθνοφρουροί με στολή, οπλισμό και πολυβόλα περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν. Σε ένα κεντρικό κτίριο γραφείων μαζεύτηκαν ηγετικά στελέχη της Επιτροπής Πολιτών. Συνεδρίαζαν όλη την ημέρα και έπαιρναν αναφορές από έξω για την επικείμενη σύγκρουση. Αυτοί ήταν το γενικό επιτελείο που συντόνιζε τη μάχη για τη διάσωση του Σικάγου από το κομμουνιστικό οχτάωρο».  («Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ», των Ρίτσαρντ Ο.Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μόρε.) 
Γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα. Περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία. Στο Σικάγο 80.000 απεργούσαν για το οχτάωρο και οι περισσότεροι, είπε ο Σπάις δείχνοντας με συγκίνηση, βρίσκονταν εδώ και περίμεναν να αρχίσει η διαδήλωση. Μια δεύτερη σκέψη πέρασε από το μυαλό του και είπε στον Πάρσονς να διαβάσει το κύριο άρθρο της Μέιλ:
«Στην πόλη μας υπάρχουν δύο επικίνδυνοι κακοποιοί, δύο ακαμάτηδες δειλοί που πάνε να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας λέγεται Πάρσονς, ο άλλος Σπάις… Θυμηθείτε τα ονόματά τους σήμερα. Παρακολουθήστε τους. Θεωρήστε τους προσωπικά υπεύθυνους για όποια φασαρία δημιουργηθεί. Τιμωρήστε τους παραδειγματικά αν σημειωθούν ταραχές!».
Η διαδήλωση άρχιζε, οι χιλιάδες ξεκινούσαν την πορεία και ο καθένας ένιωθε μέσα του τη δύναμη, την τεράστια δύναμη της αλληλεγγύης… όλοι αποφασισμένοι στη διεκδίκηση του οχτάωρου.
Ο Πάρσονς βάδιζε κοντά στην κεφαλή της πορείας… Η πορεία κατευθύνθηκε προς τη λίμνη Φροντ, όπου θα γίνονταν ομιλίες στα αγγλικά, στα τσέχικα, στα γερμανικά και τα πολωνικά. Ο Πάρσονς μίλησε για την ακατανίκητη δύναμη της ενωμένης εργατικής τάξης. Ο Σπάις, τριάντα ενός χρόνων, εκδότης της γερμανόφωνης εργατικής εφημερίδας Αρμπάιτερ – Τσάιτουνγκ και εξίσου εύγλωττος στη μητρική του γλώσσα και στα αγγλικά, ήταν πολύ αγαπητός στους συγκεντρωμένους… Καθώς τα χειροκροτήματα για τον Σπάις έσβηναν, η Πρωτομαγιά ανήκε πια στο παρελθόν.
Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο θεριστικών μηχανών ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά.
Η αστυνομία, σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, «άρχισε να πυροβολεί τους εργάτες πισώπλατα. Μερικοί άντρες και αγόρια σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν να φύγουν». Οι νεκροί ήταν έξι. Ο Σπάις, που μιλούσε εκεί κοντά σε συγκέντρωση απεργών εργατών ξυλουργείων, είδε τη σφαγή και το ανέφερε στους συντρόφους του. Αποφασίστηκε να οργανωθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την αστυνομική βία, το επόμενο βράδυ στην πλατεία Χεϊμάρκετ… 
Στην πλατεία Χαϊμάρκετ την ώρα που ο απεργός Αύγουστος Σπάις μιλούσε στους απεργούς, η αστυνομία απαιτεί από το πλήθος να διαλυθεί και ξαφνικά συμβαίνει ένα στημένο σε βάρος των απεργών περιστατικό: εκρήγνυται μια βόμβα. Η Αστυνομία επιτίθεται με όπλα και πυροβολώντας βάφει με αίμα το χώρο της συγκέντρωσης.
Οι εφημερίδες της εποχής, καλά «δασκαλεμένες» εκδίδονται την επόμενη μέρα με τίτλους όπως «Αίμα Τώρα», «Πρώτα κρεμάστε τους και μετά δικάστε τους». Την απάντησή τους τη δίνουν οι εργαζόμενοι μέσα από την απολογία του Αύγουστου Σπάις στη δίκη που ακολούθησε:
«Κύριοι δικαστές,
Αν σκέπτεστε σοβαρά ότι με τις κρεμάλες μπορείτε να σταματήσετε το κίνημα, που εξωθεί εκατομμύρια γονατισμένων από την καταπίεση εργατών προς την εξέγερση, είστε, μα την αλήθεια, "πτωχοί τω πνεύματι".
Σε παρόμοια περίπτωση θα μας κρεμάσετε με το δίκιο σας.
Επειτα, αυτό είναι το καλύτερο που έχετε να κάμετε. Κρεμάστε μας! Μα να περιμένετε το τέλος. Εάν δεν το βλέπετε, εγώ σας το αναγγέλλω. Γύρω σας, κάτω σας, δίπλα σας, πάνω σας, από όλες τις μεριές σας, θεριεύει μια φωτιά. Το έδαφος σαλεύει κάτω από τα πόδια σας. Βαδίζετε, κυριολεκτικά, επάνω σε μια υπόγεια φωτιά. Θέλετε να την αγνοείτε; Δεν θα την αποφύγετε. Θέλετε να απαλλαγείτε, άπαξ διά παντός, από όλους τους "συνωμότες"; Απαλλαγείτε πρώτα από τα αφεντικά της βιομηχανίας, οι οποίοι δημιούργησαν την ανήθικη περιουσία τους από το κλεμμένο αντίτιμο της εργασίας που δεν πληρώθηκε.
Είναι αυτό που εσείς αποκαλείτε "αύξηση του εθνικού πλούτου"!
"Εθνικού"! Τι ειρωνεία! Τη χαρά μερικών προνομιούχων, του έθνους να λέτε.
Κάνετε κάτι καλύτερο.
Καταργήστε τα τρένα, τον τηλέγραφο, τα τηλέφωνα, τα βαπόρια, τον εαυτό σας!
Καταργήστε πρώτα από όλα εσάς τους ίδιους!
Γιατί;
Γιατί εσείς, με την συμπεριφορά σας, είστε οι πρώτοι πράκτορες της επανάστασης.
Καταργήσατε την αρπαγή και τη λεηλασία, Κύριοί μου.
Αλλά, αυτή είναι η δουλειά σας. Είναι η ανήθικη αποστολή μιας εκατοντάδας ανθρώπων, οι οποίοι προτιμούν ν' απολαμβάνουν το παν, χωρίς να κάμνουν τίποτε.
Από αυτήν ακριβώς την τάξη πάμε να απαλλαγούμε.
Κοιτάξετε το οικονομικό πεδίο της μάχης. Οι εργάτες έχουν πετσοκοφτεί και εσείς, ω Χριστιανοί μου και καλοί μου και ευγενικοί αστοί, εσείς είστε οι κοινωνικοί γύπες, που τρώνε τη σάρκα των πτωμάτων.
Θέλετε να κάνουμε έναν περίπατο στα στενά δρομάκια της πολιτείας αυτής, εκεί όπου περνάνε τις μέρες τους οι αληθινοί δημιουργοί του πλούτου;
Πάμε μαζί στα ανθρακωρυχεία του Χόκιγκ-Βάλεϊ; Δεν θα βρούμε ανθρώπους, θα βρούμε κινούμενα πτώματα που άρχισαν να αποσυντίθενται.
Η γενική κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής καθίσταται αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Αρχίζει η εποχή του σοσιαλισμού και της παγκόσμιας συνεργασίας. Οι κατέχουσες τάξεις θα απαλλοτριωθούν.
Εκείνοι που λένε "τούτο είναι δικό μου", θα τα δούνε όλα κοινά. Αυτό δεν θα γίνει για σκοπούς σπεκουλάντικους, θα γίνει για το καλό όλων.
Τούτο εδώ δεν είναι όραμα αιθέριο καθώς νομίζετε. Είναι αναγκαιότητα. Είδαμε στην ιστορία πώς ό,τι ήταν ανάγκη να γίνει, έγινε. Αυτό είναι η λογική της ζωής...
Οποιος λέει ιδιωτική βιομηχανία, λέει αναρχούμενη βιομηχανία. Μετρημένα άτομα χρησιμοποιούν προς όφελός τους τις εφευρέσεις. Ο κόσμος είναι για τους λίγους. Δεξιά και αριστερά πέφτουν οι όμοιοί τους, θύματα του πλούτου και της καλοζωίας τους. Λίγο τους ενδιαφέρει. Με τις μηχανές τους μετατρέπουν το ανθρώπινο αίμα σε βώλους χρυσαφιού.
Την ίδια την υγεία των ανήλικων. Με την πολλή εργασία, δολοφονούν τα γυναικόπαιδα. Με την ανεργία σκοτώνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι σου λέγονται Χριστιανοί! Γνήσιοι Χριστιανοί!
Εμείς παραβήκαμε τους νόμους σας, για να δείξουμε στο λαό σε τι αποβλέπουν όλοι σας οι θεσμοί: στο να εγκαθιδρύσουν, στη χώρα αυτή, μία ολιγαρχία, όμοια της οποίας σε κτηνωδία, δεν υπάρχει πουθενά στην γη!
Αν πιστεύετε ότι με το να μας κρεμάσετε θα εξουδετερώσετε το κίνημα των εργαζομένων, το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα που σέρνονται στη φτώχεια και στη μιζέρια, περιμένουν την λύτρωσή τους - αν αυτή είναι η γνώμη σας - τότε κρεμάστε μας!
Εδώ θα ποδοπατήσετε μία μικρή σπίθα, εκεί όμως και πιο πέρα και απέναντι και γύρω μας παντού, θα ξεπεταχτούν οι φλόγες.
Η φωτιά είναι υπόγεια και δεν θα μπορέσετε να την σβήσετε...».
Ήταν τέτοια η αυθαιρεσία και τόσο προφανής η διάθεση εκδίκησης από τη μεριά της κεφαλαιοκρατίας που η δίκη παρωδία των οκτώ θεωρείται ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.
Η δίκη τους έγινε στις 21 Ιουνίου χωρίς να προσκομιστεί κανέναν στοιχείο που να τους συνδέει με την κατηγορία. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίννελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαιη πράξη του, γι' αυτό πρέπει να κριθούν ως ένοχοι συνωμοσίας και ως ηθικοί αυτουργοί σε φόνο. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λινκ επιλέγει ένα διαφορετικό τέλος. Λίγο πριν εκτελεστεί καπνίζει ένα τελευταίο τσιγάρο με εκρηκτική ύλη…. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα».

29/4/17

Tα λουλούδια χαμογελούν μόνο όταν έρθει η αυγή.

Τον ήξερα σα νέο πού είχε χαθεί στο μονοπάτι της ζωής, που τον κέντριζαν οι άγριες παρορμήσεις του και που ακολουθούσε το θάνατο κυνηγώντας τις επιθυμίες του. Τον ήξερα σαν ένα τρυφερό λουλούδι που οι άνεμοι της απερισκεψίας το είχαν παρασύρει στη θάλασσα της άσεμνης ηδονής.
Τον ήξερα από κείνο το χωριό, σαν ένα κακότροπο αγόρι πού κατέστρεφε με τα σκληρά του χέρια τις φωλιές των πουλιών και σκότωνε τα μικρά πουλιά στις φωλιές τους και ποδοπατούσε τα όμορφα άνθη των ευωδιαστών λουλουδιών.
Τον ήξερα στο σχολείο σαν έναν έφηβο που αποστρεφόταν τη μάθηση, αλαζονικό, κι εχθρό της ειρήνης και της φιλίας.
Τον ήξερα στην πόλη σαν ένα νέο που εμπορευόταν την τιμή του πατέρα του σ’ άτιμες αγορές, και ξόδευε τα χρήματα του πατέρα του σε κακόφημα σπίτια και παράδινε το νου του στο χυμό του σταφυλιού.
Ωστόσο, τον αγαπούσα. Κι η αγάπη μου γι’ αυτόν ήταν ένα μείγμα λύπης και συμπάθειας. Τον αγαπούσα γιατί οι αμαρτίες του δεν είχαν γεννηθεί από κάποιο μικρό μυαλό, αλλά ήταν πιο πολύ καμώματα μιας ψυχής χαμένης και απελπισμένης.
Το πνεύμα, αγαπητοί μου, ξεστρατίζει από το μονοπάτι της σοφίας απρόθυμα, αλλά ξαναγυρίζει σ’ αυτό πρόθυμα’ όταν οι ανεμοστρόβιλοι της νιότης σηκώνουν χώμα και άμμο, τα μάτια τυφλώνονται για κάμποσο καιρό.
Αγαπούσα αυτόν το νέο γιατί έβλεπα το περιστέρι της συνείδησής του να παλεύει με το γεράκι της κακίας του. Κι έβλεπα ότι το περιστέρι υπέκυπτε όχι από δειλία άλλα από τη δύναμη του εχθρού του. Η συνείδηση είναι ένας δίκαιος άλλα αδύναμος δικαστής. Η αδυναμία του στερεί τη δύναμη να εκτελέσει την κρίση του.
Είπα ότι τον αγαπούσα. Κι η αγάπη έρχεται με διαφορετικές μορφές. Μερικές φορές έρχεται με τη σοφία και τη φρόνηση· άλλες φορές, με τη δικαιοσύνη και πολλές φορές με την ελπίδα. Η αγάπη μου γι’ αυτόν συντηρούσε την ελπίδα μου ότι κάποια μέρα θα έβλεπα το φως να θριαμβεύει μέσα του πάνω στο σκοτάδι. Αλλά δεν ήξερα πότε και που η διαφθορά του θα μετατρεπόταν σε αγνότητα, ή κτηνωδία του σε καλοσύνη παραλυσία του σε σοφία. Ο άνθρωπος δεν ξέρει με ποιο τρόπο η ψυχή απελευθερώνεται από τη σκλαβιά της ύλης, παρά μόνο όταν απελευθερωθεί. Ούτε γνωρίζει ο άνθρωπος πως τα λουλούδια χαμογελούν μόνο όταν έρθει η αυγή.
Οι μέρες περνούσαν, ακολουθώντας τις νύχτες, κι εγώ θυμόμουν το νέο με πόνο κι αναστεναγμό επαναλάμβανα τ’ όνομά του με στοργή που έκανε την καρδιά μου να ματώνει. Και να, χθες, έλαβα ένα γράμμα απ’ αυτόν που έλεγε:
«Έλα να με δεις, φίλε μου, γιατί θέλω να σε γνωρίσω μ’ ένα νέο που η καρδιά σου θα χαρεί να τον συναντήσει, κι η ψυχή σου θα νιώσει αγαλλίαση».
Εγώ είπα, «Αλίμονο μου! Θέλει ίσως να ανακατέψει τη θλιβερή φιλία του με κάποια άλλη παρόμοια; Δεν είναι μόνος του αρκετό παράδειγμα στον κόσμο της πλάνης και της αμαρτίας; Θέλει τώρα να δυναμώσει τις κακίες του με τις κακίες του συντρόφου του έτσι που εγώ να τις δω δυο φορές πιο σκοτεινές;»
Ύστερα είπα στον εαυτό μου, «Πρέπει να πω ίσως η σοφή ψυχή να μαζέψει καρπούς από τ’ αγκάθια, κι η γεμάτη αγάπη καρδιά να βγάλει φως απ’ το σκοτάδι».
Όταν βράδιασε, πήγα και τον βρήκα μόνο στο δωμάτιό του να διαβάζει ένα βιβλίο με στίχους. «Που είναι ο καινούργιος φίλος σου;» είπα, κι εκείνος απάντησε, «Εγώ είμαι, φίλε μου». Και φανέρωνε μια ηρεμία πού ποτέ πριν δεν είχα δει σ’ αυτόν. Στα μάτια του μπόρεσα τώρα να δω ένα παράξενο φως που φώτιζε την καρδιά του. Αυτά τα μάτια όπου είχα δει πριν τη σκληρότητα, φεγγοβολούσαν τώρα με το φως της καλοσύνης. Υστέρα, με μια φωνή που νόμισα ότι ερχόταν από κάποιον άλλο, εκείνος είπε, «Ο νέος πού γνώρισες στα παιδικά σου χρόνια και πού μαζί του πήγαινες στο σχολείο, έχει πεθάνει πια. Με το θάνατο εκείνου, γεννήθηκα εγώ. Εγώ είμαι ο καινούργιος σου φίλος πάρε το χέρι μου».
Καθώς έσφιγγα το χέρι του ένιωσα την ύπαρξη ενός ευγενικού πνεύματος που κυκλοφορούσε μέσα στο είναι του. Το σιδερένιο πριν χέρι του είχε γίνει απαλό κι ευγενικό. Τα δάχτυλά του πού χθες ξέσκιζαν σαν τα νύχια της τίγρης, σήμερα χάιδευαν την καρδιά.
Τότε, μίλησα πάλι. «Ποιος είσαι συ, και τι έγινε; Πώς έγινες αυτός ο καινούργιος άνθρωπος; Μήπως το άγιο πνεύμα μπήκε στην καρδιά σου και αγίασε την ψυχή σου; Ή μήπως παίζεις κάποιο ρόλο, εφεύρημα κάποιου ποιητή;»
Κι εκείνος είπε, «Ά, φίλε μου, το πνεύμα κατέβηκε σε μένα και μ’ ευλόγησε. Μια μεγάλη αγάπη έκανε την καρδιά μου αγνό, ιερό βωμό. Είναι μια γυναίκα, φίλε μου η γυναίκα πού ως χθες εγώ νόμιζα παιχνίδι στα χέρια τού άντρα  που μ’ απελευθέρωσε απ’ το σκοτάδι της κόλασης κι άνοιξε μπροστά μου τις πύλες του παραδείσου όπου και μπήκα. Μια αληθινή γυναίκα με πήρε στον Ιορδάνη ποταμό της αγάπης της και με βάφτισε. Η  γυναίκα που την αδερφή της περιφρονούσα από την άγνοιά μου με ανύψωσε στο θρόνο της δόξας. Η γυναίκα που τη συντροφιά της μόλυνα με την κακία μου, εξάγνισε την καρδιά μου με την αγάπη της. Η γυναίκα που τις αδερφές της αγόραζα σα σκλάβες με το χρυσάφι του πατέρα μου, μ’ ελευθέρωσε με την ομορφιά της. Η γυναίκα που οδήγησε τον Αδάμ έξω από τον παράδεισο με τη δύναμη της θέλησής της, με ξανάμπασε στον παράδεισο με την τρυφερότητά της και την υπακοή μου».
Χαλίλ Γκιμπράν – "Σκέψεις και διαλογισμοί." 

23/4/17

Ονειροπόλος.

Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.
Κάποτε, σ’ ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός.
Εβγήκε έξω, θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. Ήταν Κυριακή. Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή καθόταν στο καφενείο. Τα παιδιά, όσα δεν έτρεχαν, παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού.
Μια μακαριότης επλανάτο πάνω σ’ όλα. Είδε το πατρικό του σπίτι. Τον κήπο. Την ταράτσα, που ανέβαινε για να απλώσει τους αετούς, ή για να κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες σημαιούλες.
Τίποτε δεν άλλαξε. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις σειρές, όπως και τότε. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν ίδια. Όλα ήταν τα ίδια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Είχαν απελπιστικά μικρύνει. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους.
Αλλά αυτό έγινε συμμετρικά, κ’ έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν ακίνητοι και σιωπηλοί, σαν απόντες, γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια, και τα κορίτσια, πιο πέρα, με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας τους, υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου, και οι δυο γέροι, σ’ ένα μπαλκόνι, με τις θαμπές, αμφίβολες γραμμές, των χαρακτηριστικών τους, και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα, που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο, δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί.
Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους, τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε,...
Ύστερα θυμόταν έναν χορό μεταμφιεσμένων. Υποχρεωτικό ένδυμα ορισμένης εποχής. Κυρίες, με μεταξωτά ροζ ή ουρανιά κρινολίνα, με πουδραρισμένα μαλλιά, με πράσινες και χρυσές περούκες, έπεφταν ημίγυμνες, γεμάτες εμπιστοσύνη, στα χέρια των δουκών – χρηματομεσιτών και μαρκησίων – καπνεμπόρων.
Εσφίγγονταν τόσο, που τα μέτωπά τους ακουμπούσαν κάποτε στα χείλη των καβαλιέρων και η στεφάνη του κρινολίνου ανασηκωνόταν.
Παραμερίζοντας όλοι, εσχημάτιζαν ένα κύκλο στο κέντρο της αιθούσης, και τέσσερα ζεύγη, τα πιο εξαϋλωμένα, άρχισαν να χορεύουν μενουέτο. Η παραίσθησις ήταν πλήρης. Το κομμάτι θα περιείχε βέβαια δυο τριες μαγικές νότες, που επαναλαμβάνονταν σε κάθε φράση, και οι νότες αυτές δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα της περασμένης εποχής, συνεχή, κρυστάλλινη. Τα μικρά, γρήγορα βήματα, οι κομψές υποκλίσεις, τα νοσταλγικά βλέμματα, τα γεμάτα συγκρατημένο ερωτισμό χαμόγελα, περίεργες εστάμπες που είχαν διατηρηθεί άθικτες στην προθήκη ενός μουσείου.
Έπειτα έγινε το πιο απροσδόκητο. Οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους. Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν, για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να βρούν την προσωπικότητά τους, έβλεπε κανείς πως είχαν γελαστεί. Ανεπανόρθωτα γελαστεί. Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν, χωρίς βέβαια να το υποπτευθούνε.
Παρακολουθούσε τώρα τις κινήσεις τους. Οι τέσσερις γυναίκες σκελετοί, θανάσιμα κομψοί, επήγαιναν προς τους αντρικούς, κ’ έπειτα επέστρεφαν με μελαγχολική χάρη, σα ν’ αναγνώριζαν το λάθος τους. Οι καβαλιέροι σταματούσαν, και το κρανίο τους εβάραινε τη γη, ενώ ψηλά, με ηλεκτρικά γράμματα που άναβαν κι έσβηναν, ήταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ!
Άλλοτε συνέβαινε κάτι περίεργο.Ακούγοντας μια φράση ή παρακολουθώντας ένα ασήμαντο γεγονός, είχε την εντύπωση ότι το πράγμα αυτό έγινε ή ελέχθηκε προηγουμένως, άγνωστο σε ποιο μέρος και πότε ακριβώς, και ότι τώρα επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο. Του φαινόταν πολύ παράξενο. Μπορεί την πρώτη φορά να ήταν όνειρο. Ολοφάνερο όμως ότι τώρα ή τότε κάποιος ήθελε να παίξει μαζί του.
Συνήθως αυτό γινόταν με την ομιλία πάνω στα κοινότερα θέματα. Ζητούσε λ.χ. να πληροφορηθεί για ένα δρόμο που δεν ήξερε. Ο άνθρωπος τον οποίον είχε ρωτήσει τον κοίταζε για μια στιγμή χωρίς ν’ απαντήσει, κ’ έπειτα έβγαζε το καπέλο του κ’ εσκούπιζε το μέτωπότου. Τον ρωτούσε πάλι, αλλά συγχρόνως σαν αστραπή περνούσε από το νου του η σκέψις ότι αυτή η μικρή ιστορία είχε ξαναγίνει.
Η πληροφορία που ζήτησε, η σιωπή του άλλου, η δεύτερη ερώτησή του, όλα, όλα απαράλλαχτα. Έπειτα, συνεχίζοντας τη σκέψη του, έλεγε μέσα του: “Να ιδείς που τώρα θ’ ακούσω: "Δεν ξέρω, αλλά νομίζω μετά τις γραμμές του τραμ που θα συναντήσετε"”. “Δεν ξέρω, αλλά μετά τις γραμμές που θα συναντήσετε”, απαντούσε ο άγνωστος σαν ηχώ της σκέψεώς του, κ’ έφευγε βιαστικά, σκυμμένος, πνίγοντας ένα γέλιο.
Εμελέτησε. Επούλησε κάποιο σπίτι που είχε, και αγόρασε χημικά όργανα. Κλεισμένος ολημέρα σ’ ένα υπόγειο, έκανε σειρές πειραμάτων, αρχίζοντας από τα πιο απλά και τολμώντας τα αδύνατα. Ανέλυε τις ουσίες, ήλεγχε τους τύπους που παραδέχτηκε η επιστήμη. Προσπαθούσε να βρει ένα λάθος στα δεδομένα της, κι από το λάθος αυτό να βγάλει το νέο στοιχείο. Μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο, μπορούσε να υπάρχει, σε μικρή βέβαια αναλογία, ο Χρόνος. Δεν αποθαρρυνόταν. Γεμάτος χαρά επανελάμβανε το πείραμα που απέτυχε.
Παρακολουθούσε τη ζωή από την εφημερίδα. Χαμογελούσε πονηρά στη σκέψη ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί τον ίδιο. Όλοι, σκυμμένοι στις δουλίτσες τους, συλλογιζόταν μόνο πώς να τα βολέψουν. Όταν όμως θα τελειοποιούσε την εφεύρεσή του και θα περιόριζε το Χρόνο μέσα σ’ ένα γυαλί του εργαστηρίου του, να ιδούμε τους μεγαλόσχημους κυρίους που γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες. Να ιδούμε τι θα γίνουν οι τόκοι και τα επιτόκια τού απέναντι τοκογλύφου. Να ιδούμε με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους.
Τώρα η ιστορία αυτή έχει τελειώσει. Στο απομονωτήριο του ασύλου που βρίσκεται, η νύχτα και η μέρα τού είναι το ίδιο αδιάφορες. Αν μπαίνει από το φεγγίτη λίγο φως, το κοιτάζει για μια στιγμή κ’ έπειτα το επιστρέφει με όλη του την καρδιά.
Βλέπει το φωτεινό εκείνο τετραγωνάκι, δειγματολόγιο σε σχήμα βιβλίου, ν’ αλλάζει χρώματα, σα να το φυλλομετρά το αόρατο χέρι του Θεού. Ροζ, μπλε, πράσινο, μωβ… Αυτός όμως προτιμά το βελούδινο μαύρο που προεκτείνεται στο δωμάτιο όταν νυχτώσει.
Έτσι περνούνε οι ώρες, έτσι περνούνε οι μέρες κάθε ευτυχισμένου ονειροπόλου. Μένει ολομόναχος, ακίνητος μέσα στους τέσσερις τοίχους, σαν παλιά λιθογραφία στην κορνίζα της. Έχει το συναίσθημα ότι επραγματοποίησε το μεγάλο σκοπό της ζωής του. Τίποτε δεν αλλάζει από όσα τον περιστοιχίζουν.
Και ο Χρόνος δεν υπάρχει.
***