15/1/17

Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ: Πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη!

Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ. 

Στο ματωμένο, στο μαρτυρικό το δρόμο
που σφάχτηκαν, ολόρθοι πάντα καρτερούν.
Κι’ άμετρα πλήθη πίσω τους σκορπούν τον τρόμο
κι όλο πυκνώνουν και σαν κύματα βοούν!

Χυμούν! πού παν; τί βλέπουν; τί τα ηλεκτρίζει;
τί δείχνουν οι δυο άτρομοι αγωνιστές μπροστά;
– Ω! τ’ όραμα της Λευτεριάς όπου γκρεμίζει
σύνορα, ψεύτικους ναούς, πατρίδες και σκoλιά!

Κ’ η φοβερή κραυγή τους, ω! από χείλη ώς χείλη
άκου! ώς τα πέρατα της γης βροντά κι’ αχή.
– Τί κι’ αν χτυπάτε, δολοφόνοι; θ’ ανατείλει,
νά την! προβαίνει πέρα Κόκκινη μι’ Αυγή!

Πιο Κόκκινη απ’ το αίμ’ –αλλοί σας!– το χυμένο
που ’βραζε μες στων νέων Σπαρτάκων την καρδιά,
και που σε κάθε στήθος τώρα πονεμένο,
σίδερο γίνεται, όργητα, βροντή, φωτιά.

Να σπάσει όλες της σκλαβιάς τις αλυσίδες,
να κάψει τ’ άτιμα παλάτια της κλεψιάς,
και να σκορπίσει τις ειρηνικές αχτίδες 
της καλωσύνης, της αγάπης, της δουλειάς!

Στο ματωμένο, στο μαρτυρικό το δρόμο
που σφάχτηκαν, ολόρθοι πάντα καρτερούν!
Κι’ άμετρα πλήθη πίσω τους σκορπούν τον τρόμο…
– Ο Λήμπκνεχτ, να! κ’ η Ρόζα μπρος τα οδηγούν!

17/12/16

Η άνοδος της ασημαντότητας!

Το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας» εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1995 και αποτελεί μια συλλογή από κείμενα του, με το στοχασμό του για τη σύγχρονη πραγματικότητα, την κοινωνία και την πολιτική. Κάποια από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται είναι η κρίση των δυτικών κοινωνιών, τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα, η αποσάθρωση της δύσης, η άνοδος της ασημαντότητας, το κενό της εποχής, η δημοκρατία ως διαδικασία και ως καθεστώς. Ζούμε σε μια εποχή που όλοι μας - ή τουλάχιστον θα έπρεπε όλοι - αναζητούμε απαντήσεις στα αδιέξοδα. Ο Καστοριάδης, αρκετά χρόνια πριν, ανέλυε τα σημερινά μας προβλήματα.  Το συγκεκριμένο βιβλίο περιλαμβάνει απίστευτα προφητικές και επίκαιρες αναλύσεις για όσα βιώνουμε. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να μελετηθεί. Εδώ παρατίθενται δύο από αποσπάσματα που αποκτούν τραγική επικαιρότητα:
1. «Από εκεί και πέρα, αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;
Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.
Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από τη ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.
Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο – τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροιόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων. Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής. 
Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.
Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους.» 
2. «(…) η αποσύνθεση γίνεται φανερή κυρίως μέσα από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Και αυτό απειλεί μακροπρόθεσμα την επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίστε» (και η δόξα της δήλωσης αυτής ανήκει, σ’ ότι αφορά τη Γαλλία, στους σοσιαλιστές, οι οποίοι την έκαναν με έναν τρόπο που η Δεξιά δεν είχε τολμήσει να την κάνει), μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σ’ αυτή τη βάση.
Αν τα πράγματα είχαν έτσι, τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ζητούν και να δέχονται μπαξίσια για να κάνουν τη δουλειά τους, οι δικαστές να βγάζουν τις δικαστικές αποφάσεις στη δημοπρασία, οι εκπαιδευτικοί να βάζουν καλούς βαθμούς στα παιδιά των οποίων οι γονείς του έδωσαν μια επιταγή κλπ. Πριν από δεκαπέντε σχεδόν χρόνια έγραφα πως ο μόνος φραγμός για τους ανθρώπους σήμερα είναι ο φόβος των ποινικών κυρώσεων. Κατά ποια λογική όμως αυτοί που εισβάλλουν τις κυρώσεις θα είναι οι ίδιοι αδιάφθοροι; Ποιος θα φυλάει τους φύλακες; Η γενικευμένοι διαφθορά που παρατηρούμε στο σύγχρονο πολιτικοοικονικό σύστημα δεν είναι περιφερειακό ή ανεκδοτολογικό φαινόμενο αλλά έχει γίνει δομικό χαρακτηριστικό, ενδογενές στο σύστημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Αγγίζουμε έτσι εδώ έναν θεμελιώδη παράγοντα, γνωστό στους μεγάλους πολιτικούς στοχαστές του παρελθόντος και παντελώς άγνωστο στους σημερινούς δήθεν πολιτικούς φιλοσόφους, κακούς κοινωνιολόγους και άθλιους θεωρητικούς: τη στενή συνάφεια ανάμεσα σ’ ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο (ή το φάσμα τέτοιων τύπων) που είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει αυτό το καθεστώς. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους ανθρωπολογικούς τύπους ο καπιταλισμός τους κληρονόμησε από τις προγενέστερους ιστορικές περιόδους: τον αδιάφθορο δικαστή, τον βεμπεριανό δημόσιο υπάλληλο, τον αφοσιωμένο στο καθήκον του εκπαιδευτικό, τον εργάτη για τον οποίον η δουλειά του ήταν, παρ’ όλες τις συνθήκες, πηγή περηφάνιας. Τέτοιου είδους πρόσωπα γίνονται αδιανόητα στη σύγχρονη εποχή: αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο θα αναπαράγονταν, ποιος θα τα αναπαρήγε, στο όνομα τίνος πράγματος θα λειτουργούσαν. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτελεί δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο σουμπετερικός επιχειρηματίας –που συνδυάζει την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να συγκεντρώνει κεφάλαια, να οργανώνει μια επιχείρηση, να διερευνά, να διεισδύει, να δημιουργεί αγορές -, είναι υπό εξαφάνιση. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους.
Κι εδώ πάλι, όλοι οι παράγοντες συγκλίνουν σε αυτό το αποτέλεσμα. Γιατί να πασχίζει κανείς να παραγάγει και να πουλήσει, τη στιγμή που μια σωστή κίνηση με τα επιτόκια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ή αλλού μπορεί να αποφέρει μέσα σε μερικά λεπτά 500 εκατομμύρια δολάρια; Τα ποσά που διακυβεύονται στην κερδοσκοπία κάθε εβδομάδα είναι της τάξης του ετήσιου ΑΕΠ των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι η διοχέτευση των πιο «επιχειρηματικών» στοιχείων προς αυτού του τύπου τις δραστηριότητες, οι οποίες είναι εντελώς παρασιτικές, από τη σκοπιά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. 
Αν αθροίσουμε όλους αυτούς τους παράγοντες και λάβουμε επιπλέον υπόψη την ανεπανόρθωτη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος που επιφέρει αναγκαστικά η καπιταλιστική «μεγέθυνση» (αναγκαίος όρος, η ίδια, της «κοινωνικής ειρήνης»), μπορούμε και οφείλουμε να αναρωτηθούμε για πόσον καιρό ακόμα θα μπορεί να λειτουργεί το σύστημα». 

15/12/16

«Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».

Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας; Ο έρωτας υπάρχει, για να διαιωνίζεται η συνέχεια των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φύση έχτισε ετούτη τη συναρπαστική λειτουργία.
Τη φύση ποσώς την ενδιαφέρει, αν υπάρχουμε εμείς σα μονάδες, σαν ατομικότητες. Αν υπάρχεις εσύ κι εγώ, και περπατάς και χαίρεσαι˙ αν υπάρχει μια λεμονιά στον κάμπο και στα όρη λειώνει το χιόνι για να ποτίζουνται οι τρυφεροί της κλώνοι˙ αν υπάρχει απάνω στο δέντρο το μήλο και το ρόδι, η φύση αδιαφορεί ολοτελώς. Δε φροντίζει για σένα, τίμιε αναγνώστη, η φύση περισσότερο, απ’ όσο φροντίζει για σένα μια πέτρα που την πατάς μπροστά σου, ή τη βλέπεις χτισμένη στον τοίχο.
Τη φύση ένα την ενδιαφέρει, η διαιώνιση των ειδών. Να ζήσει το κάθε είδος όσο γίνεται πιο πολύ χρόνο. Δύο, πέντε, δέκα εκατομμύρια χρόνια. Κι όταν θα εξαφανισθεί το κάθε είδος, αφού συντελεσθεί ο χρόνος που του ορίστηκε να ζήσει, η φύση θα το ταφιάσει και θα το κλάψει χωρίς δάκρυα και, γόους. Και ταυτόχρονα θα μεριμνήσει να το αντικαταστήσει με το καινούριο είδος.
Θα γνωρίζεις βέβαια πως από τότε που εμφανίσθηκε η ζωή στην επιφάνεια του πλανήτη, πριν εξακόσια εκατομμύρια χρόνια, το 99% των έμβιων όντων που έζησαν και άκμασαν, σήμερα έχουν εξαφανισθεί. Τα αντικατάστησαν άλλα, και αυτά με τη σειρά τους θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλα.
Στη φύση ανώλεθρο και αχάλαστο δε μένει τίποτα, παρά μονάχα ένα: η βούληση της φύσης να οικονομεί και να φροντίζει την αλυσίδα των ειδών. Όπως φροντίζει και την αλυσίδα της ανόργανης ύλης. Την αλυσίδα των αστέρων, για παράδειγμα. (Αστέρες πρώτης γενεάς, δεύτερης γενεάς κ.λ.π.).
Πώς πετυχαίνει η φύση τη διαιώνιση των ειδών; Με το πιο απλό, το πιο πανούργο, αλλά και το πιο ελκυστικό δέλεαρ. Με τη γενετήσια ηδονή. Με τον ϊμερον των ελλήνων, τη voluptas και τη libido των λατίνων.
Επομένως η ηδονή που τρυγούν και καρπώνουνται δύο δυνατοί και τρυφεροί εραστές, όταν αγκαλιάζουνται μέλος με μέλος, σφιχτά και βαθιά, και γίνουνται τα δύο ένα, δεν είναι ο αυτοσκοπός της γενετήσιας πράξης.
Δεν αγκαλιαζόμαστε, για να ζήσουμε εκείνο το σύντονο αλλά και ωκεάνειο αίσθημα του ίλιγγου και του αποκεφαλισμού που το λέμε ηδονή. Όχι.
Αγκαλιαζόμαστε, για να γεννήσουμε την καινούργια ζωή, το παιδί μας, που θα προωθήσει την υπόθεση του είδους μας. Του είδους άνθρωπος στο προκείμενο.
Σύμφωνα μ’ αυτή την αυτονόητη και κατάδηλη θεώρηση της φυσιολογίας, οι άνθρωποι έπρεπε να ζευγαρώνουμε τόσες φορές, όσες είναι για να γεννήσουμε τη νέα ζωή.
Αυτό είναι το άγιο θέλημα της φύσης. Και αυτό γίνεται με τα ζώα που ζουν φυσικά.
Οι κατσίκες, λένε οι χωρικοί μας, “ζητούν” το Σεπτέμβριο. Οι γάτες “ζητούν” το Γενάρη. Όλοι έχουμε ακούσει πόσο εύμουσα και καλεστικά νιαουρίζουν στα κεραμίδια το καταχείμωνο. Ούτε ο βιολιστής στη στέγη έτσι.
Αυτό συνέβαινε και με τον άνθρωπο. Αλλά με τον άνθρωπο εσυνέβηκε και κάτι άλλο. Ήρθε μια στιγμή μέσα στην εξελικτική του διαδρομή, που κατανόησε ότι είναι ωραίο πράμα να αγκαλιάζεται. Είδε ότι καλόν το ιδείν και κατανοήσαι και άψασθαι, και δοκιμάσαι το σώμα του έρωτα.
Από την άλλη όμως είδε ότι είναι κακό και ψυχρό και ανάποδο το προϊόν που έδινε αυτή τη τερπνή ώρα, από έναν αριθμό πρϊόντων και ύστερα. Είδε ότι η κύηση, ο τοκετός, το παιδί που θα ‘ρχότανε είναι μπελάς και μπαλαούρα, είναι σκοτούρα και έγνοια, και κίνδυνος κάποτε μεγάλος. Οι μισές γυναίκες παλαιά πεθαίνανε στη γέννα.
Ετότες λοιπόν ήταν που ο άνθρωπος έκαμε τη μοιραία επιλογή. Εψήφισε φιλί και ηδονή, και καταψήφισε τοκετό και κύηση. Έτσι εδιάσπασε την ενότητα της πανίερης πράξης, και την εδιαχώρισε στα δύο μισά της. Επροσκύνησε το ένα, εβλαστήμησε το άλλο. Είπε ναι στο πήδημα, είπε όχι στο γκάστρωμα.
Ευρήκε, λοιπόν, τη λύση ο πανούργος. Αυτό το «δεινόν» τέρας, όπως λέει ο Σοφοκλής. Ο τετραπέρατος, ο μπαγαμπόντης, ο πάντα καταφερτζής. Αυτός ο καιροσκόπος και υστερόβουλος, ο πολυπράγμονας και πονηρός. Αλλά μαζί ο μωρός και ο μύωπας. Ο κωμικός και ο ασήμαντος, ο ανεύθυνος, ο άτσαλος και ο υβριστής ανθρωπάκος.
Γιατί αποφάσισε να εκτρέψει τη γενετήσια ορμή του από το φυσικό της ρείθρο. Και ελογάριασε ανόητα πως η νέα κατάσταση που θα δημιουργήσει θα είναι εξίσου έγκριτη και νόμιμη με την παλαιά. Ότι ημπορεί ο ίδιος ο άνθρωπος να δημιουργήσει φύση! 
Εδώ ο άνθρωπος δεν εσκέφθηκε ότι όσο μηχανικός και ευρεσιτέχνης και να ‘ναι, δεν ημπορεί να υψωθεί στην περιωπή της δύναμης και της τελειότητας που έχει η φύση. Το λάθος του ήταν που πίστεψε πως θα ‘φτανε να εξισώσει τη δύναμή του με τη δύναμη της φύσης.
Αλλά αυτό είναι Ύβρις με την έννοια της αττικής τραγωδίας. Είναι η μεγαλύτερη Ύβρις που διέπραξε ο άνθρωπος σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας του. Μαζί με την άλλη, την Ύβρι του θανάτου, που θα ειπούμε.
Δε γνωρίζουμε πότε συνέβηκε αυτή η τομή. Σε ποια στιγμή της ιστορικής πορείας του ανθρώπου. Όπως δε γνωρίζουμε την ακριβή στιγμή, που ο εγκέφαλος του ζώου έγινε νους στον άνθρωπο. Τη στιγμή, δηλαδή, που ξεφεύγοντας από τη σφαίρα του ζώου άνθρωπος διατύπωσε την πρώτη ερώτηση. Το πρώτο τι; ή γιατί; που ο Καντ το λέει «Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».

11/12/16

Η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, γι’ αυτό και έχουν λίγους εραστές.

Το 1939, λίγο μετά το ξέσπασμα του πολέμου, και ενώ η λογοκρισία του Τύπου ήταν ήδη γεγονός στη Γαλλία, ο Αλμπέρ Καμύ συνέταξε ένα οξύ κείμενο, εν είδει μανιφέστου, με το οποίο καλούσε τους δημοσιογράφους να παραμείνουν ελεύθεροι και ανεξάρτητοι. Επρόκειτο να δημοσιευτεί στις 25 Νοεμβρίου του 1939, στην εφημερίδα που ο ίδιος εξέδιδε στο Αλγέρι και κυκλοφορούσε σε μονόφυλλο, τυπωμένο recto και verso, με τίτλο Le Soir républicain (παράλληλα, o Καμύ συνεργαζόταν και με την εφημερίδα d’ Alger républicain). Το μανιφέστο, ωστόσο, λογοκρίθηκε και παρέμεινε αδημοσίευτο ως την άνοιξη του 2012, οπότε και το έφερε στο φως η εφημερίδα Le MondeΟ Καμύ καταγγέλλει εδώ την παραπληροφόρηση που δηλητηρίαζε τη Γαλλία ήδη από το 1939. Αλλά το μανιφέστο του έχει και άλλες προεκτάσεις· αποτελεί ένα δοκίμιο για την αξία της δημοσιογραφίας σε καιρό πολέμου, καθώς και για το πώς συμβάλλουν οι ατομικές —και όχι οι συλλογικές— επιλογές στη δημιουργία ελεύθερων προσωπικοτήτων.
Το λογοκριμένο μανιφέστο του Albert Camus.
Είναι δύσκολο σήμερα να θίγει κανείς το ζήτημα της ελευθερίας του Τύπου, χωρίς να χαρακτηρίζεται εκκεντρικός ή να κατηγορείται πως είναι η Μάτα Χάρι ή ο ανιψιός του Στάλιν.
Ωστόσο, αυτή η ελευθερία δεν αποτελεί παρά μόνον ένα από τα πρόσωπα της ελευθερίας συνολικά και θα μπορούσε να καταλάβει κανείς εύκολα την επιμονή μας στην υπεράσπισή της, εφόσον παραδεχτεί ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να κερδίσουμε πραγματικά τον πόλεμο.
Σαφώς, η ελευθερία έχει τα όριά της — τα οποία πρέπει να γίνονται παραδεκτά, με ελεύθερο όμως τρόπο. Παρά τα εμπόδια που αντιμετωπίζει σήμερα η ελευθερία της σκέψης, έχουμε πει ό,τι έπρεπε να λεχθεί και το λέμε ακόμα και, κατά κόρον, θα τολμήσουμε να εκφράσουμε ό,τι μπορεί να εκφραστεί. Συγκεκριμένα, τίποτα δεν μας τρομάζει τόσο, ούτε ο ίδιος ο μηχανισμός της λογοκρισίας που μας έχει επιβληθεί, για παράδειγμα, όσο το γεγονός ότι οι Γάλλοι λογοκριτές απαγορεύουν να δημοσιευτούν τα κείμενά μας στη Soir Républicain. Η εφημερίδα μας βασίζεται λοιπόν εν πολλοίς στη διάθεση και στις ικανότητες ενός ανθρώπου, κι αυτό αποδεικνύει τον μεγάλο βαθμό στον οποίο έχουμε παραμείνει ανεπηρέαστοι.
Ένα από τα σπουδαιότερα παραγγέλματα μιας αξιοπρεπούς αντίληψης σαν κι αυτή είναι ποτέ να μην αναλώνεται σε ατελέσφορους κλαυθμούς για ένα καθεστώς που δεν μπορούμε πλέον να αποφύγουμε. Το ερώτημα στη Γαλλία σήμερα δεν είναι πώς θα διαφυλάξουμε τις ελευθερίες του Τύπου — είναι να αναζητήσουμε πώς, με δεδομένη την καταπίεση των ελευθεριών αυτών, ένας δημοσιογράφος θα παραμείνει ελεύθερος. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον καμία συλλογικότητα. Αφορά το άτομο.
Αυτό που δικαίως πασχίζουμε να εκφράσουμε εδώ είναι οι συνθήκες και τα μέσα με τα οποία εν καιρώ πολέμου, αλλά και καταναγκασμού, η ελευθερία όχι μόνο μπορεί να προστατευτεί αλλά και να εκφραστεί. Τα μέσα αυτά είναι τέσσερα: η διαύγεια, η άρνηση, η ειρωνεία και η επιμονή. Η διαύγεια προϋποθέτει την αντίσταση στο δέλεαρ του μίσους και στη μοιρολατρεία. Το απαύγασμα των εμπειριών της ευρωπαϊκής πολιτικής των τελευταίων ετών μάς αποδεικνύει ότι τα πάντα μπορούν να αποφευχθούν. Ο ίδιος ο πόλεμος, που είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο, θα μπορούσε να αποφευχθεί ή να σταματήσει ανά πάσα στιγμή από ανθρώπινα μέσα. Αρκεί να γνωρίζουμε την ιστορία των τελευταίων ετών της ευρωπαϊκής πολιτικής για να βεβαιωθούμε ότι ο πόλεμος έχει αίτια αποφευκτά. Η καθαρή αυτή οπτική των πραγμάτων αποκλείει το τυφλό μίσος και την απελπισία. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος το 1939 δεν απελπίζεται και μάχεται γι’ αυτά που θεωρεί σωστά σαν η δράση του να μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη των γεγονότων. Δεν εκδίδει τίποτε που θα μπορούσε να διεγείρει το μίσος ή να αναμοχλεύσει την απελπισία. Όλα αυτά είναι στη βούλησή του. Αντιμετωπίζοντας τη θύελλα της ανοησίας είναι εξίσου απαραίτητο να προτάξουμε ορισμένες αρνήσεις. Όλοι οι περιορισμοί του κόσμου δεν μπορούν να κάνουν ένα καθαρό πνεύμα ανήθικο. Αντίστοιχα, λοιπόν, γνωρίζοντας τον μηχανισμό με τον οποίο αντλούνται πληροφορίες, είναι εύκολο να επιβεβαιώνουμε την αυθεντικότητα μιας είδησης. Ένας ανεξάρτητος δημοσιογράφος πρέπει να δίνει εκεί όλο το βάρος της προσοχής του. Κι αν κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορεί να μιλήσει για όσα θέλει, μπορεί ωστόσο να μην πει πράγματα που δεν πιστεύει ή που θεωρεί αναληθή. Και μια ελεύθερη εφημερίδα κρίνεται από αυτά που γράφονται αλλά και από αυτά που δεν γράφονται. Αυτή η αρνητική ελευθερία είναι μακράν η σημαντικότερη όλων, εφόσον μπορούμε  να τη χειριστούμε. Επειδή αυτή προετοιμάζει τον ερχομό της πραγματικής ελευθερίας. Εν συνεχεία, μια ανεξάρτητη εφημερίδα δίνει την προέλευση των πληροφοριών της, βοηθά το κοινό να τις αξιολογήσει, απαρνιέται την προπαγάνδα, απαλείφει τις ύβρεις, αποσοβεί με σχόλια την ομοιομορφία των πληροφοριών, εν συντομία αναζητά την αλήθεια στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού. Το μέτρο αυτό, όσο σχετικό και αν είναι, επιτρέπει, τουλάχιστον, να απαρνηθεί κανείς αυτό που καμιά άλλη δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτό: να υπηρετεί το ψέμα.
Ερχόμαστε τώρα και στην ειρωνεία. Μπορούμε να θέσουμε ως αρχή ότι ένα πνεύμα που έχει τη θέληση και τα μέσα να επιβάλλει τον εξαναγκασμό αντιστέκεται στην ειρωνεία. Ας δούμε τον Χίτλερ, για να πάρουμε ένα παράδειγμα μεταξύ άλλων, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τη σωκρατική ειρωνεία. Απομένει, λοιπόν, η ειρωνεία ένα όπλο άνευ προηγουμένου ενάντια στους υπερβολικά ισχυρούς. Συμπληρώνει την άρνηση όσο είναι εφικτό, όχι μόνον απορρίπτοντας ό,τι είναι ψευδές, αλλά και τονίζοντας συχνά ό,τι είναι αληθές. Ένας ελεύθερος δημοσιογράφος το 1939 δεν τρέφει ψευδαισθήσεις σχετικά με την ευφυΐα αυτών που τον καταπιέζουν. Είναι απαισιόδοξος σε ότι αφορά τον άνθρωπο. Μια αλήθεια που διακηρύσσεται με δογματικό τόνο λογοκρίνεται εννέα στις δέκα φορές. Η ίδια αλήθεια εφόσον ειπωθεί σε ευχάριστο τόνο, μόνον πέντε στις δέκα φορές. Αυτό αποδεικνύει με αρκετή ακρίβεια τις δυνατότητες της ανθρώπινης ευφυΐας. Εξηγεί, επίσης, γιατί γαλλικές εφημερίδες όπως η Le Merle ή η Le Canard enchaîné μπορούν να δημοσιεύουν συχνά γενναία άρθρα σαν και αυτά που ξέρουμε. Επομένως, ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος του 1939 είναι απαραίτητα ειρωνικός, ακόμα και παρά τη θέλησή του. Αλλά η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, γι’ αυτό και έχουν λίγους εραστές.
Η νοοτροπία αυτή η οποία ορίστηκε λιτά, δεν μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα χωρίς ένα minimum επιμονής. Είναι αρκετά τα εμπόδια της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν είναι όμως τόσο αυστηρά ώστε να μπορούν να αποθαρρύνουν το πνεύμα. Επειδή οι απειλές, οι καθαιρέσεις, οι διώξεις επιφέρουν γενικώς στη Γαλλία το αντίθετο αποτέλεσμα από το προσδοκώμενο. Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι είναι εμπόδια που αποθαρρύνουν: η επιμονή στην ανοησία, η οργανωμένη ατολμία, η επιθετική ηλιθιότητα, και ούτω καθ’ εξής. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο εμπόδιο επί του οποίου οφείλουμε να θριαμβεύσουμε. Η επιμονή εδώ είναι η απόλυτη αρετή. Κατά έναν παράδοξο μα αληθινό τρόπο, βρίσκεται στην υπηρεσία της αντικειμενικότητας και της ανοχής.
Ιδού λοιπόν ένα σύνολο κανόνων για να διασώσουμε την ελευθερία στο μέσο του καταναγκασμού. Και μετά, θα ρωτήσεις; Μετά; Δε θα είμαστε τόσο καταπιεσμένοι. Αν μόνος κάθε Γάλλος θα ήθελε να διατηρήσει στη σφαίρα του όλα όσα θεωρούσε σωστά και δίκαια, αν ήθελε να βοηθήσει από τη δική του αδύναμη θέση στην περιφρούρηση της ελευθερίας, να αντισταθεί στην εγκατάλειψη και να κάνει γνωστή τη βούλησή του, τότε και μόνο τότε αυτός ο πόλεμος θα κερδηθεί, με τη βαθύτερη σημασία της λέξης.
Ναι, είναι συχνό το φαινόμενο από το υπερασπιστικό σώμα μόνο ένα ελεύθερο πνεύμα να μπορεί να αντιληφθεί την ειρωνεία του. Τι ευχάριστο μπορεί να βρει κανείς μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται; Αλλά αυτή ακριβώς είναι η αρετή του ανθρώπου, να αντιστέκεται απέναντι σε ό,τι τον ακυρώνει. Κανείς δεν θα ήθελε να ξαναζήσει μέσα σε 25 χρόνια τη διπλή εμπειρία του 1914 και του 1939. 
Πρέπει λοιπόν να επιμείνουμε σε μία μέθοδο που είναι ακόμη νέα, τη δικαιοσύνη και τη γενναιοδωρία. Αλλά αυτές δεν εκφράζονται παρά μόνον σε ψυχές ήδη ελεύθερες, παρά μόνον σε πνεύματα ήδη οξυδερκή. Να διαμορφώνεις καρδιές και πνεύματα, να τα αφυπνίζεις συνεχώς, αυτός είναι ένας στόχος άλλοτε ταπεινός άλλοτε φιλόδοξος στον οποίο επιστρέφει ο ανεξάρτητος άνθρωπος. Πρέπει να τον κρατήσουμε, χωρίς να κοιτάζουμε πια πίσω. Η ιστορία θα είναι λιγότερο ή περισσότερο γεμάτη από τέτοιες προσπάθειες. Αλλά αυτές θα έχουν γίνει.
Albert Camus, 1939.




9/12/16

Τώρα ψάξε να βρεις τον τρόπο για να ζήσεις.

«Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;» 
Δημήτρης Λιαντίνης.

Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θά ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.
Γιατί; Απλά, γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δάσκαλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος-τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψuχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας…
Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό… Και όπως σκεβρώνει άφτουρη η νύφη που έμεινε αγεώργητη από τον άντρα. Ο ιερός τρόμος της παρθενίας της σιγά-σιγά κακοβολεί, ωσόπου στο τέλος γίνεται ένα τεφρό δίχτυ αράχνης.
Μ’ ένα λόγο, ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου… Αν έλειπαν οι δάσκαλοι, η γη μας θά ‘ταν τυφλή. Και το σύμπαν ανυπόστατο…
Και θυμηθείτε: Ο Νεύτων, ο Χάμπλ, ο Αϊνστάιν και οι άλλοι που μίλησαν στο τηλέφωνο με το θεό ήσαν όλοι τους δάσκαλοι.
Έτσι ορίζεται ο λόγος και η τιμή του δάσκαλου. Το τιμολόγιο όμως με το οποίο κοστολογούν το έργο του οι εξουσίες και οι αρχές πρώτα και ύστερα το άκριτο πλήθος είναι αλλιώτικο. Αλλίμονο! Άχρηστο για τις εφορείες.
Περιγράφω το σημείο που κράτησε η ακηδία, η παραχάραξη, η στρέβλωση, η τυποποίηση, ο ευτελισμός. Και κάμανε το κακό. Έτσι, ενώ η δουλειά του δάσκαλου είναι να τεχνουργεί ανθρώπους· ενώ αναλώνεται τίμια να ετοιμάζει πλάσματα που θα ζήσουν όχι στη φύση αλλά στον πολιτισμό, όχι στη ζούγκλα αλλά στην πόλη· ενώ όλοι οι άνθρωποι που πλάθει ο δάσκαλος κάνουν ο καθείς το δικό του επάγγελμα, και είναι ο καθείς μία ψηφίδα στο ενιαίο ψηφιδωτό της οικονομίας της αγοράς της πολιτείας, εμείς με τον καιρό εχάσαμε τον ιδρυτικό χαρακτήρα της λειτουργίας του δάσκαλου. Και τη δουλειά του την επήραμε σα μία από τις πολλές δουλειές των ανθρώπων. 
Ένα επάγγελμα ρουτίνας. Μια μονάδα εργασίας όμοια με τις άλλες βλέπουμε και στο δάσκαλο. Εξεχάσαμε, δηλαδή, ότι στο ψηφιδωτό των επαγγελμάτων ο δάσκαλος δεν είναι η μια ψηφίδα ανάμεσα στις άλλες. Αλλά είναι ο καλλιτέχνης νους ο κοσμητικός και ο επόπτης που φιλοτεχνεί ολόκληρο το ψηφιδωτό. Δημιουργεί, δηλαδή, ανθρώπους κατά την έννοια ότι τους αποσπά από τη δικαιοδοσία του φυτού και του ζώου. Και τους υψώνει στην οντολογική μοναδικότητα του νοήμονος πλάσματος.
Γιατί αυτή είναι η δουλειά του δάσκαλου. Να δουλεύει το μυαλό, όπως ο καλαντζής δουλεύει το καλάι. Και να παράγει ανθρώπους όπως ο χαλκιάς κατασκευάζει χαλκώματα. Ενώ όλοι οι άλλοι χρησιμοποιούν το μυαλό τους σαν όργανο και παράγουν προϊόντα. Όλα δευτερογενή, και για του βίου τη μηχανή. Βιομηχανία, πες.
Ετούτη η υποβάθμιση της φύσης και της δουλειάς του δάσκαλου, η πτώση του από τη θεία λειτουργία της αρχικότητας στην ταπεινή χειρωναξία της επανάλημης, σημάδεψε το πρώτο μεγάλο λάθος στην παιδεία. Και μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό αντίστρεψε το νόημα των πραγμάτων. Εννοώ ότι καταργήθηκε η αυστηρότητα στην επιλογή του υλικού, και η αυστηρότητα στη μέθοδο και στις σπουδές που θα δώσουν τον άξιο δάσκαλο. Από τους παλιούς χρόνους κοιτίδα των παιδαγωγών ήταν η τάξη των απελεύθερων και των δούλων. Και μάλιστα των πονηρών δούλων και των κακών. Τους αγαθούς και τους άξιους δούλους, λέει ο Πλούταρχος, τα αφεντικά τους προόριζαν για τις σπουδαίες δουλειές. Καπετάνιοι, διαχειριστές, οικονόμοι, επιστάτες, σύμβουλοι.
Σήμερα φτάσαμε στην αμμοποίηση των βουνών. Δάσκαλος πια ημπορεί να γίνεται ο καθένας, όμοια όπως ο καθένας ημπορεί να γίνεται αρβυλοποιός, αιγογαλακτοπώλης, λεμβούχος, χατζής, μελισσοκόμος, μαγειροϋπάλληλος, αεριτζής, εντεροπώλης, λουλουδάς ή πετροκόπος. Ξεχάσαμε, δηλαδή, ότι ο δάσκαλος από την άποψη της σπουδαίοτητας και της ευθύνης είναι ένας εργάτης στο επίπεδο του νομοθέτη, του φύλακα στρατηγού, του κυβερνήτη, του γιατρού σωτήρα. Ακριβέστερα είναι ένα σκαλί πάνω από όλους αυτούς. Γιατί ο δάσκαλος είναι ο πυρφόρος της γνωστικής συνείδησης. Η λειτουργία που τελεί είναι θεία. Η μόνη θεία λειτουργία σε γη και ουρανό.
Έτσι πορεύτηκαν τα πράγματα με την κοινωνική υποβάθμιση του δάσκαλου. Με την οικονομική απροθυμία, την κατασκευαστική του προχειρότητα, την πλημμελή του συντήρηση. Και με τον τύφο και τον οίκτο, το χάζι και το μώμο, και την κυρίαρχη απρονοησία μας σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες. Η μόνη εξαίρεση είναι ο Λυκούργος που έχτισε τη νομοθεσία της Σπάρτης και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Γιατί ο Λυκούργος στην παιδεία είχε εναποθέσει το Α και το Ω της πολιτείας.
Ωσόπου πια σήμερα έχουμε πλάσει σταθερό το δείγμα του δάσκαλου. Μια αξιοδάκρυτη σώρεψη από μαζώματα, κι ένα ριντίκολο ηχηρό.
Είναι ο σχολαστικός, ο ταβλαδόρος και ο αργόσχολος, ο καματερός στην παραπαιδεία, ο οσφυοκάμπτης, ο ψοφοδεής και ο ληρολόγος, ο δευτεροτριτοβάθμιος και ψιλικανζτής δάσκαλος. Μίζερος και κακομοίρης, με την ομπρέλα και το γιλέκο, και με το ξεβλαστωμένο χαμόγελο. Είναι ο αεί πενόμενος και ο μύωψ, με τα ραιβά σκέλη και τα βρώμικα νύχια, που, όπως είπε κάποιος, ποτέ του δεν είχε ερωμένη ούτε ιδέα.
Οι περήφανοι δάσκαλοι εστάθηκαν πάντα η εξαίρεση. Μιλάμε για τους δυνατούς και τους πόριμους. Τους ικτίνους και τα γεράκια, τους καλουργούς και καλλιτέχνες και καλλικράτες δασκάλους, που κάτω από την ταπεινή καροσσερί της Φάου-Βε κρύβουνε προσεχτικά τη μηχανή της Πόρσε. Αυτός όμως ο εξαίρετος τύπος του δάσκαλου, που με τα πλούσια κοιτάσματα της φυσικής δωρεάς του πετυχαίνει να σβήνει το κατάδικο κοινωνικό στίγμα της συντεχνίας του, δεν είναι το θέμα μας εδώ. Γιατί ‘ναι η εξαίρεση. Και η εξαίρεση είναι δουλειά της ποίησης. Ενώ της επιστήμης η δουλειά είναι ο κανόνας…
Φροντίσαμε, να κατεβάσουμε το δάσκαλο από το φυσικό του πρωτάτο στα στερνά και στα έσχατα της υπόληψης και της ζωής.
Δεν ταξινομείται η παιδεία. Κι όσο τη λογαριάζουμε σαν επένδυση ανάμεσα στις άλλες, έστω και την πιο σημαντική, τόσο θα συνεχίζουμε να τελούμε σε σύγχυση φρενών. Έτσι, ώστε να μπερδεύουμε το ψάρι με τον ψαρά που το ψάρευε.
Αυτός είναι λοιπόν ο ρεκάζοντας δάσκαλος, ο τσαλαπατημένος από την κοινωνική του μειονεξία. Και από το καπέλωμα των συρμών της εποχής μας, που ορμούν και χύνουνται στην παιδεία όπως ο άνεμος στα σκισμένα πανιά. Και από τις ντιρεκτίβες των κέντρων απόφασης, που μετατρέπουν τα σχολειά σε εργοστάσια μαζικής κατασκευής ανθρωπάριων…
Σα μονάδα ατομική, μέσα στην τάξη που είναι ο διαπιστεμένος του χώρος, τίποτα δεν εμποδίζει το φωτισμένο δάσκαλο να σκορπίζει στους μαθητές του το φως.
Και θα φωτίζει με φως φυσικό, για να ιδρύει φυσικούς ανθρώπους, όταν με τη διδασκαλία του χτίζει το αληθινό μέσα στο παιδί, και γκρεμίζει το ψεύτικο. Αυτές είναι οι δύο εντολές που πάνω τους κρέμουνται οι νόμοι και οι προφήτες της παιδείας. Να χτίζεις στο μάρμαρο της γνώσης, και να γκρεμίζεις την αχεροπλιθιά της πρόληψης.
Σωστή παιδεία θα ειπεί να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή, και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες που από νήπια τους περνάει μια παράδοση άρρωστη μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης, και τους άλλους παράγοντες της αγωγής.
Το ένα λοιπόν είναι να ριζώσουμε τον νέο στη ζωή. Το άλλο να ξεριζώσουμε από μέσα του την ψευτιά.
Μαθαίνουμε για τη ζωή. «Discimus vitae», που έλεγε ο Σενέκας, θα ειπεί πως κάθε γνώση που περνάμε στο παιδί, και κάθε δεξιότητα που του αναπτύσσουμε είναι δεμένα με την πραγματικότητα όπως το νύχι με το κρέας. Όχι θεωρίες και λόγια. Όχι τα άψυχα και τα νοερά σκύβαλα των βιβλίων, που ούτε καταπίνουνται ούτε μασιούνται. Ξέρεις, έξω από τον Ρωμανό τον Μελωδό του συναξαριστή, άνθρωπο άλλο που να πήρε κομμάτι χαρτί και να το κατάπιε, για να φωτιστεί και να μάθει; Εγώ δεν ξέρω.
Μάθηση δίκαιη και σωστή, σημαίνει ζωντάνεια, αμεσότητα, σφυγμός μαστιγωμένος, κρούση κατά μέτωπο με τα πράγματα. Σημαίνει να πίνουμε στο ποτήρι το ίδιο μας το αίμα.
Μη λησμονούμε πως ο τελευταίος στόχος κάθε παιδείας είναι να διαπλάσει έτσι τον νέο, ώστε την ορισμένη στιγμή που θα αποδοθεί στο στίβο της ζωής να μπορεί να προσαρμόζεται στην άγρια ανάγκη των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ωσάν ξαφνικά να τον πετάξουμε, πες, Ρομβισόνα Κρούσο στο νησί. Και να του ειπούμε:
Τώρα ψάξε να βρεις τον τρόπο για να ζήσεις. Νίκα την πείνα και τη δίψα σου, το κρύο και τη μοναξιά. Νίκα την απειλή του ουρανού και της θάλασσας, και τον αρχέγονο τρόμο της ύπαρξης. Αυτό σημαίνει το «discimus vitae». Ο δάσκαλος νά ‘ναι η δύναμη, πράξη ο μαθητής, και το σχολειό γιορτή.
Όμως αυτό ακριβώς το σημείο είναι ο κόμπος, και στο δρόμο του Ηρακλή ο σταυρός. Εδώ προβάλλει η ανάγκη θα διαλέξεις ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Γιατί το πλήθος οι δάσκαλοι δε μαθαίνουν τα παιδιά για τη ζωή και την πράξη, αλλά για το σχολειό και τα βιβλία. Εγώ σου τα λέω, για να τα ειπώ. Και συ μη σώσεις να τα μάθεις!…
Το αντίθετο στο «discimus vitae» είναι το «discimus scholae». Να μαθαίνουμε για το σχολειό. Τι σημαίνει τούτο το παλιό ευαγγέλιο; Τι σημαίνει ο τύπος χωρίς την ουσία;…
Η πρώτη εντολή είναι να χτίζουμε την ψυχή του παιδιού στην πέτρα της ζωής. Η δεύτερη να καθαρίζουμε από μέσα του τη σκουριά των προλήψεων.
Χωρίς να το ξέρουμε και χωρίς να το εννοούμε, από τα γεννοφάσκια του φιδοζώνουμε το παιδί με δεισιδαιμονίες προλήψεις και μαγικούς κατάδεσμους. Και με τα δηλητήρια αυτά πνίγουμε την ψυχή του. Όπως τα ζιζάνια και τα άλλα αγριόχορτα πνίγουν το στάρι.
Λερναία Ύδρα είναι οι προλήψεις. Και Λεβιάθαν που καταπίνει τις θάλασσες. Φορτώνουμε στη ράχη του νέου ανθρώπου την άρρωστη φαντασία μας, τις ψευτιές, την άγνοια, την ηθική μας απολίθωση, τις έντρομες παραστάσεις και όλο τον καταποντισμένο αταβισμό των προγόνων. Και το αναγκάζουμε να σηκώσει στον ώμο αυτό το γιουσουρούμ της αχρηστίας και της οξείδωσης, όπως εσήκωνε ο αρχαίος τιτάνας τον ουρανό.
Ο μύθος του Άτλαντα εδώ βρίσκει την πιο πιστή και την πιο μακάβρια απομυθοποίησή του. Τα καημένα τα παιδιά. Στο όνομα και στο άδικο της μωρίας μας, όλα τους με το φυσερό στο στήθος και τις κνήμες ετοιμόρροπες και πρησμένες, γίνουνται μικροί μάταιοι Άτλαντες.
Στα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου χάθηκε στα 1917 ένα παιδί στο δάσος. Και ο Χατζιδάκις, ο σοφός γλωσσολόγος, αγανάχτησε, γιατί ο συγγραφέας του Αναγνωστικού λησμόνησε να το βάλει να προσευχηθεί. Για να κατέβει ο θεός από τα ύψη, να το πιάσει από το χέρι, και να το ξαναφέρει στον καταυλισμό. Μα είναι συλλογισμοί και προτάσεις επιστήμονα αυτές; Ή κοάσματα βατράχου;
Στην Αλβανία του Ελληνικού ’40 η Παναγιά της Ελλάδας πολέμησε τη Μαντόνα των Ιταλών. Την πήρε του κυνηγού και της έδωκε έναν σκοτωμόν, όπως θά ‘γραφε ο Μακρυγιάννης, που ακόμη τρέχει και κλαίει. Ιδού ο τρόπος να ανταγωνιστούμε σήμερα και να συντρίψουμε τη FIAT με τις βιομηχανίες της κουβαρίστρας και της τσατσάρας.
Αυτά είναι δουλειές και καμώματα για τους Βουσμάνους, φίλε. Αυτά και τα άλλα συναφή τους. Βασκανίες ξεματιάσματα, αστρολογία, τσαρλατανιά και λωποδύτες. Ευχές και κατάρες, θεοί διάβολοι άγγελοι και φαντάσματα. Τελώνια τούλπες και δαιμονικά, το χερικό και το ποδαρικό, η μυρωδιά, το θυμίαμα και το λιβάνι. Λιτανείες για την ανεβροχιά, οταυροκοπήματα και μετάνοιες, φυλαχτά γκόλφια, κόκαλα χάντρες νυχτερίδες, και το τετράφυλλο τριφύλλι.
Στον Αη-Γιώργη της Φιλιππιάδας, πάνω ακριβώς από το υδραγωγείο της αρχαίας Νικόπολης υπάρχει ένας τρύπιος βράχος. Φαίνεται από τη δημοσιά που τραβάει για Γιάννενα. Ε, λοιπόν έκαμα έρευνα και βρήκα: Όλοι οι κάτοικοι του χωριού από εβδομήντα και πάνω και όλα τα παιδιά ως τα δώδεκα πιστεύουν ότι το βράχο τον ετρύπησε παλιά ο Αη-Γιώργης, όταν χυμώντας καβαλάρης κυνηγούσε κάποια παγανά. Η πίστη τους έχει την ίδια ασφάλεια με τη γνώση τους ότι η πόλη που βρίσκεται στα δεκαπέντε χιλιόμετρα είναι η Άρτα.
Τέτοιας λογής είναι ο φέροντας σκελετός της πνευματικής οργάνωσης των παιδιών μας. Τα πέλματα και τα πέδιλα, οι κολόνες τα συνάζια και οι δοκοί συνδέσεως της ζωής τους είναι οι δεισιδαιμονίες και οι πρoλήψεις.
Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε τη φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάζουμε με την άρρωστη γνώμη μας.
Και δώστου οι παπάδες με τα θυμιατά στις γωνιές των κοιμητηρίων. Για να βουτάνε τα όβολα των πονεμένων. Σαν το φίδι κοιτάνε πώς να μαγνητίσουν το θύμα. Άσε πια όταν τύχει να τους ιδείς να πιάνουνται σε πρόστυχο καβγά για τον πελάτη. Χάρμα. Και βέβαια ημπορεί να εννοήσει κανείς τη λυσσαλέα τους αντίδραση, όταν χρόνια τώρα ζητούμε να καθιερωθεί και στην Ελλάδα το αποτεφρωτήριο και η προαιρετική καύση των νεκρών. Όπως είναι σε όλες τις φτασμένες χώρες.
Και δώστου οι αγύρτες με τα ωροσκόπια και τους ζωδιακούς σε εφημερίδες και περιοδικά και τελεβίζια. Βλέπεις κάτι χοντρές κυρίες, που σαν αρχίσουν να σου μιλούν για τον Στάχυ της Παρθένου και για τις επιρροές του Αιγόκερου με τα κέρατα στα ερωτικά σου, βουβαίνουν τον Πεντζίας και τον Ουίλσον…
Και δώστου οι προσευχές του Ρήγκαν (κάποιος πρόεδρος της Αμερικής ήταν αυτός) για να πάνε στον παράδεισο οι οχτώ άτυχοι αστροναύτες που χαθήκανε τη στιγμή της εκτόξευσης. Τον πόλεμο των άστρων ήθελε να φτιάξει ο άνθρωπος. Για να καταστραφούν στον Γ’ Παγκόσμιο του Αϊνστάιν όλοι οι λαοί, και να γλιτώσουν μόνο oι Ενωμένες Πολιτείες. Μόνες τους πια στο φρύδι της Γης να κορδεύουνται και να κοκορεύουν πάνω στις στάχτες της ιστορίας.
Και δώστου το τροπάρι για την καλή ψυχή και τα καλά στερνά. Να γίνεις δίκαιος και να γίνεις καλός για τους άλλους. Να πηγαίνεις το δείλι στο παρεθύρι, και να διαβάζεις τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά, που έλεγε της θυγατρός της η «Γυναίκα της Ζάκυθος». Εσύ ν’ αγιάσεις. Και μην προσέχεις που οι άλλοι είναι λύκοι έτοιμοι να σε φάνε. Και προπαντός αυτό: Τα μάτια σου τέσσερα για τον Ουρανό και τη Βασιλεία του.
Και δώστου τα σακιά το αλεύρι και οι ασπιρίνες. Να στέλνουμε οι πολιτισμένοι στους λιμοκτόνους της Αφρικής και της Ασίας κατά τις σιτοδείες και τις μεγάλες στέγνιες. Τους παίρνουμε το άλογο, κι απέ γενναιόδωρα τους χαρίζουμε το πέταλο. Έχεις ακουστά για το χαλκό της Χιλής, και για το ουράνιο στο πρώην γαλλικό Κογκό;
Και δώστου τα μεγάφωνα του κράτους να γεννάμε αβέρτα παιδιά, μην τύχει και χάσουμε το σόι. Όταν ο πληθυσμός της γης έχει ξεπεράσει πέντε φορές το μέτρο, που χωρίς κίνδυνο θα μπορούσε να σηκώσει ο πλανήτης. Και όταν κινδυνεύουμε να φάμε ο ένας τον άλλο.
Κόκκινο σαν παπαρούνα και κίτρινο σαν τη χολή είναι το αφιονοτόπι της ψευτιάς και των προλήψεων. Η στρατηγική να καταστρέφεται το φυσικό τοπίο του παιδιού με τις προλήψεις είναι σκόπιμη, κατευθυνόμενη, κακουργηματική τρις και τετράκις σε θάνατο, και απάνθρωπη.
Οι έξυπνοι, λίγοι, ασελγούν στο σώμα της συνείδησης των αφελών πολλών. Όπου η αφέλεια των τελευταίων παίζει το ρόλο του μαστρωπού και του ρουφιάνου.
Έτσι, όταν τα παιδιά μας φτάνουν στην ηλικία να δώσουν τον όρκο του άντρα, και όταν οι κοπέλες μας φτάνουν στην ώρα τους, γίνουνται ωραίες -δηλαδή, έχουνε χωριστεί σε δύο τάξεις. 
Η μία, που είναι η μάζα σχεδόν του συνόλου, έχει αφομοιώσει το δηλητήριο της ψευτιάς. Και έχει ανοσοποιηθεί στα υδροκυάνια και στα κώνεια, κατά τον τρόπο του παλαιού εκείνου Μιθριδάτη. Είναι η πλαστική στόφα ανθρώπου, τα μηχανημένα νευρόσπαστα, που παραλαβαίνουν τη σκυτάλη των προλήψεων και αναπαράγουν το ίδιο στις νέες γενεές.
Η άλλη είναι η τάξη που καταλογογραφεί τους Ελάχιστους. Ετούτοι είναι οι χρηστηριασμένοι από κάποια βούληση, και οι φορτοβαστάκτες της προσωπικής τους ευθύνης. Λίγοι, αλλά όλοι τους, ξανασαρκώνουν τον Ορέστη, τον πρίγκιπα Μύσκιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ποιητή Σέλλεϋ, τον Άμλετ τον Δανό. Καθώς τους μαστιγώνει η οργή της αλήθειας, ο τρόμος της εμορφιάς, και το μεγαλείο του ανθρώπου.
Περνούν και πηγαίνουν να απαντήσουν τη μοίρα τους… Και ζητούν να μάθουν την αλήθεια, έστω κι αν είναι να τους τυφλώσει. Όπως εζήτησε να μάθει την αλήθεια ο Οιδίποδας, και όταν την έμαθε έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του.
Κάτω από τυφλωτικές καταλαμπές και θερινές καταιγίδες όλοι αυτοί κρατούν μέσα τους τον άνθρωπο όρθιο και στο φυσικό του ανάστημα. Που πάει να πει: Λεύτερο από ψευτιές και δεισιδαιμονίες.
Είναι οι ανευνούχιστοι, που ο Δάσκαλος τους είπε άγριους των πόλεων. Και είναι οι τρομοκράτες, που ο Ποιητής τους είπε άξεστους των θαυμάτων.
Τόσοι και τέτοιοι είναι οι θρόνοι και οι δυναστείες των προλήψεων. Και γ’ αυτό ο άξιος δάσκαλος και ο δίκαιος που κάνει άξια και δίκαια τη δουλειά του τη μέρα χτίζει και τη νύχτα γκρεμίζει. Από δω, δηλαδή, ξεχερσώνει την ψευτιά και τις προλήψεις και από κει σπέρνει καθαρό το χωράφι του παιδιού με το φως των γνώσεων.
Δάσκαλος που αγνοεί το πρώτο μισό, το χρέος δηλαδή του χαλαστή, δε μορφώνει ανθρώπους. Απλά γιατροπορεύει άρρωστους…
Όμως το φως δεν το αντέχει ο μισότυφλος. Θυμηθείτε τους πεδουκλωμένους στην παραβολή της Σπηλιάς του Πλάτωνα. Όταν ο φωτισμένος οδηγητής τους βγάζει από τα σκότη και ζητεί να τους ξαναφέρει εμπροστά στον ήλιο, πονούν τα μάτια τους, φεύγουν το φως, και ξαναγυρίζουν στα σκοτάδια τους…
Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποια εικόνα και ποια ιδέα ανθρώπου είχε στο μυαλό του ο Βάρναλης, όταν σκάρωσε το Πρωτοχρονιάτικο. Ακούστε βροντές και αστροπελέκια που είναι δυνατότερα από τα κανόνια του Ναπολέοντα…
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ
«Σαράντα σβέρκοι βωδινοί με λαδωμένες μπούκλες,
σκεμπέδες σταυροδόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες,
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι,
ντυμένοι στα μαλάματα κ’ επίσημοι κι ωραίοι.
Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμοπάνα),
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.
Όξ’ ο κοσμάκης φώναζε:
— Πεινάμε τέτοιες μέρες, γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι,
ανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν:
— Είστε αθέοι».
Άθεοι είναι οι γερόντοι και οι γερόντισσες που ζητούνε ψωμί. Αλλά και τον Δελμούζο τον άθεο, κοντά στα άλλα εκείνος ο μαύρος δεσπότης τον κατηγόρησε ότι ξεσήκωνε τους φτωχούς ενάντια στους πλούσιους. Εκεί ήταν ο κόμπος.
Ο καλόγερος μαμελούκος, όσο αμβλύνους και νά ‘τανε, την αλήθεια την οσμιζότανε κάπου στον αέρα. Ότι, δηλαδή, το να ξεριζώνεις τις προλήψεις από τα παιδιά είναι όμοιο με το να φέρνεις στις κοινωνίες τη δικαιοσύνη και την τάξη…
Η ιστορία του Έλληνα δάσκαλου έχει τη δική της Ιερή Εξέταση, και τις Επιτροπείες της. Είναι αυτές που έκαιγαν βιβλία και ανθρώπους. Η φάρα του Εξαρχόπουλου, του Σκιά, του Μεγαρέα, του Οικονόμου, του Κουκουλέ, του Καλλιάφα. Και των άλλων με τη μίζερη βολή και την τετραπέρατη μυωπία. Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος μίλησε για δυσώδη εγωισμό και ταπεινά νιτερέσα.
Αντικρύ στους αετούς και τα ύψη χαμοπετάνε και πηδοκοπούν ετούτοι οι κόρακες και οι γύπες. Τη θανάσιμη αλλά και ηρωϊκή αντιπαράθεση την έχει παραστήσει ο Πίνδαρος από τον παλαιό καιρό:
«Κόρακες, με ακράτητη γλώσσα ανόητα γαυριούν,
παραβγαίνοντας τον αετό, το θεϊκό όρνιο του Δία».

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Τα Ελληνικά» του Δημήτρη Λιαντίνη.

7/12/16

Έρωτας: 4 βιβλία κι ένα συλλογικό βίωμα.

«Ο έρωτας εμπεριέχει το φίλημα, τον εναγκαλισμό, το πρόβλημα και την αόριστα προβληματική λύση του προβλήματος». Τέσσερα βιβλία αναλύουν.

Στο εξαίσια βέβηλο και μοναδικά πρωτοποριακό έργο τους «Η Άμμωμος σύλληψις», δύο από τους θεμελιωτές του σουρεαλισμού, ο Αντρέ Μπρετόν και ο Πολ Ελυάρ, επιχειρούν έναν ορισμό του έρωτα που σε αντίθεση με την παραδοσιακή λειτουργία των ορισμών, δεν ξεδιαλύνει, μπερδεύει. Δεν ταξινομεί αλλά αποδιοργανώνει. Κι αυτός είναι ίσως ένας ευφυής τρόπος να πετύχουν μια πιστή γραπτή αποτύπωση του βιώματος, να συμπυκνώνουν δηλαδή σε μια γραμμή όλη την αντιφατικότητα που διαπερνά τον έρωτα από την αναπάντεχη διασταύρωση του βλέμματος στην ηδονική ανατριχίλα του σώματος και την υγρή ερήμωση του αποχωρισμού, να διανύσουν την ανακυκλούμενη απόσταση από την καθηλωτική αναστάτωση της παρουσίας μέχρι την πένθιμη κανονικότητα της απουσίας και κυρίως να αναδείξουν την τρομακτική εγγύτητα της χαράς και του πόνου σε κάθε άγγιγμα. Αυτής που σε μαγνητίζει και ψάχνεις τον έρωτα στο πρώτο εφηβικό σκίρτημα, τη νεανική αλητεία, την ενήλικη λοξοδρόμηση από τη σιγουριά. Είναι η ίδια που σε διαλύει, όταν η απώλεια κατακλύζει το σύμπαν σου και αναγεννιέσαι πάντα διαλυμένος, κουβαλώντας όλα τα σπασμένα κρύσταλλα κάθε χαμένου, ανεκπλήρωτου ή άδοξου έρωτα. Το «πάντα» και το «ποτέ» –εξορισμένα από τις υλικές σφαίρες της ύπαρξης– εδώ αποκτούν το περίγραμμα της στιγμής που ταυτίζεται με την αιωνιότητα.
Τον Οκτώβρη του 2012 μια ανταπόκριση του Paul Mason στο BBC ("Love or nothing: The real Greek parallel with Weimar"), από την βυθισμένη στην κρίση Αθήνα έγινε viral. Σ’ ένα κείμενο που ανάβλυζε ένταση σε κάθε του πρόταση, καταγράφοντας το αριθμοποιημένο σοκ της οικονομικής ύφεσης, την κοινωνική αναταραχή, την πολιτική ρευστότητα, την άνοδο του ακροδεξιού εξτρεμισμού της Χρυσής Αυγής, ο Βρετανός δημοσιογράφος διατύπωνε ένα δίλημμα εμπνευσμένο από το πιο διάσημο γκράφιτι της πόλης: «Έρωτας ή τίποτα».
Την ίδια διάζευξη αναμασάμε όλοι κατά καιρούς, κυνηγάμε το μαγικό φίλτρο του έρωτα, βουλιάζουμε στο γενικευμένο τίποτα μιας αντιερωτικής και ανέμπνευστης ζωής, αναζητούμε μια μάταιη παρηγοριά σε τεχνητές διαβαθμίσεις ανάμεσα στον έρωτα και το τίποτα. «Όταν πρωτοείδα αυτό το σύνθημα στους δρόμους της Αθήνας, κόλλησα. Αναρωτιόμουν αν ο έρωτας, οι σχέσεις, το σεξ μπορούν να είναι το καταφύγιο σε δύσκολες συγκυρίες» μου είχε πει τότε ο Paul Mason. Δεν ξέρω. Φαντάζομαι ότι το ίδιο ερώτημα πλανιέται πάνω από κάθε κοινωνία που βίωσε το ξαφνικό αναποδογύρισμα της καθημερινότητας της. Μάλλον ο έρωτας δεν είναι γιατρικό για όλες τις πληγές, ανοίγει όμως μια χαραμάδα σ’ έναν σφραγισμένο ορίζοντα, μια προοπτική επαναμαγέματος της ζωής και επανεπινόησης του κόσμου.
Το βλέπουμε μέσα μας και γύρω μας, ακόμα και τα πιο άγρυπνα και αγχωμένα βράδια μας, έχουμε την ανάγκη να ζήσουμε έναν έρωτα. Ταυτόχρονα τρέμουμε από το φόβο. Δε θέλουμε να μπλέξουμε. Μπλέξαμε και παλιά. Και χάσαμε. Γιατί τον έρωτα πάντα χάνεις κι αυτή είναι η πιο γοητευτική ήττα της ζωής μας. Επιβεβαιώνει την ύπαρξη μας σαν κάτι παραπάνω από ένα εφήμερο και καλοκουρδισμένο πέρασμα. Το πάθος του μας τραβάει και μας απωθεί μαζί. Δε μπορούμε να το διαχωρίσουμε με τίποτα. Παίρνουμε όλο το πακέτο. Αλλάζουμε. Σωματοποιούμε την ένταση του. Πονάμε. Μας τρώει. Δε μιλάμε όμως για τον έρωτα. Μιλάμε στον εαυτό μας και στους πολύ δικούς μας ανθρώπους. Δε μιλάμε δημόσια. Στη δημόσια σφαίρα, η επιθυμία, το συναίσθημα, τα ανέγγιχτα πεδία του ανθρώπινου ψυχισμού συνήθως απαξιώνονται ως αντιπολιτικές διαδικασίες ή αποσιωπούνται στο savoir vivre μιας επιβεβλημένης σεμνοτυφίας. Ο έρωτας νοείται ως μια αυστηρά προσωπική υπόθεση, αποκομμένη πλήρως από ιδεολογικοπολιτικές διαστάσεις, που δεν αφορά κανέναν. Στην πραγματικότητα αφορά όλους και όλες στο βαθμό που είναι μια συλλογική κλίση και επιδρά καταλυτικά στη ζωή. Αν μας έμαθε, εξάλλου, κάτι η μεταμοντέρνα θεωρία είναι ότι το βίωμα, η αποκάλυψη του και το μοίρασμα του, έχει μια ξεχωριστή αξία στη διαμόρφωση της συλλογικής εμπειρίας, στην ανάδειξη ενός νέου τρόπου θέασης του κόσμου, όπου το ατομικό τέμνεται με το συλλογικό και η υποκειμενικότητα ανακτά ακομπλεξάριστα τη χαμένη της ολότητα.
Αυτές λοιπόν τις κάπως πιο απενεχοποιημένες και ομφαλοσκοπικές μέρες του ελληνικού καλοκαιριού, θα μιλήσουμε για τον έρωτα μέσα από μια δοκιμιακή ανθολογία των ανθρώπων που έγραψαν για τον έρωτα, αναγνωρίζοντας σε αυτόν ένα σημαντικό ερέθισμα στοχασμού. Είναι δεδομένο ότι ο λόγος –«η διαχείριση της απουσίας» σύμφωνα με το λακανικό σύστημα ερμηνείας– δεν μπορεί να απηχήσει τη δυναμική του βιώματος κι ίσως ακόμα να το χειραγωγεί συστηματοποιώντας το, αλλά νομίζω ότι σ’ αυτήν την –προφανώς υποκειμενική– επιλογή θα βρούμε θραύσματα από τις δικές μας ασχημάτιστες και λανθάνουσες αλήθειες.
"Εγκώμιο για τον έρωτα" του Αλαίν Μπαντιού.
Ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή φιλοσόφους, ο Αλαίν Μπαντιού, επιδιώκει με αυτό το βιβλίο μια φιλοσοφική θεώρηση του έρωτα. Ήδη από τον πρόλογο, παραθέτει τον Πλάτωνα σύμφωνα με τον οποίο «όποιος δεν αρχίζει από τον έρωτα, δε θα μάθει ποτέ τι είναι η φιλοσοφία».
Αποστασιοποιείται από δύο διαδεδομένες αντιλήψεις της μετανεωτερικότητας: «Κατά βάθος έχουμε εδώ τους εχθρούς του έρωτα: την ασφάλεια του ασφαλιστικού συμβολαίου και την άνεση των οριοθετημένων απολαύσεων… Την άποψη ότι μπορούμε να έχουμε από τη μία πλευρά μια ελεγχόμενη συζυγικότητα που θα συνεχιστεί μέσα στη γαλήνη της κατανάλωσης και από την άλλη τερπνές σεξουαλικές διευθετήσεις γεμάτες απόλαυση, αποφεύγοντας το πάθος. Πιστεύω στ’ αλήθεια ότι ο έρωτας είναι παγιδευμένος μέσα σ’ αυτόν τον κλοιό, μέσα σ’ αυτήν την κυκλωτική κίνηση και ότι υπό αυτήν την έννοια βρίσκεται σε απειλή».
Σύμφωνα με τον Μπαντιού ο έρωτας είναι «μια κατασκευή αλήθειας». «Ε, λοιπόν, αλήθεια, αναφορικά με ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο, δηλαδή: τι είναι ο κόσμος όταν αποκτούμε την εμπειρία του με βάση το δύο και όχι το ένα; Τι είναι ο κόσμος όταν τον εξετάζουμε, τον οργανώνουμε και τον βιώνουμε με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα; Θεωρώ ότι αυτό είναι ο έρωτας».
Εκτός από την κομβικότητα της διαφοράς, εισάγει την έννοια της διάρκειας: «Υπάρχει βέβαια μια έκσταση των απαρχών αλλά ένας έρωτας είναι πριν απ’ όλα μια επίμονη κατασκευή. Ας πούμε ότι ο έρωτας είναι μια επίμονη περιπέτεια. Η περιπετειώδης πλευρά είναι αναγκαία αλλά και η επιμονή δεν είναι λιγότερο αναγκαία. Το να τα παρατήσει κανείς με το πρώτο εμπόδιο, με την πρώτη σοβαρή διχογνωμία, με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα, δεν είναι παρά μια παραμόρφωση του έρωτα. Ο αληθινός έρωτας είναι εκείνος που θριαμβεύει διαρκώς, ενίοτε με δυσκολία, στα εμπόδια που ο χώρος, ο κόσμος και ο χρόνος βάζουν μπροστά του… Ας το διευκρινίσουμε: με τη λέξη διάρκεια, δεν πρέπει να εννοήσουμε ότι ο έρωτας διαρκεί, ότι αγαπιόμαστε πάντα ή για πάντα. Πρέπει να εννοήσουμε ότι ο έρωτας επινοεί έναν διαφορετικό τρόπο διάρκειας μέσα στη ζωή, ότι η ύπαρξη του καθενός μέσα από τη δοκιμασία του έρωτα έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα χρονικότητα».
"Ο ερωτισμός" του Ζωρζ Μπατάιγ.
Μ’ αυτό το βιβλίο ο Μπατάιγ αναπτύσσει την αιρετική του σκέψη γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, ατονώντας τις διαχωριστικές τους γραμμές. Ορίζει εξαρχής τον ερωτισμό ως «τη μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής».
Αποσυνδέει τον ερωτισμό από τη σεξουαλικότητα: «Ο ερωτισμός είναι μια από τις όψεις της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. Αν μας ξεγελάει, αιτία είναι το γεγονός ότι αναζητεί ακατάπαυστα ένα έξωθεν αντικείμενο της επιθυμίας. Πλην, όμως, το αντικείμενο ανταποκρίνεται στην εσωτερικότητα της επιθυμίας… Ο ερωτισμός του ανθρώπου διαφέρει από τη σεξουαλικότητα των ζώων επειδή θέτει υπό κρίση την εσωτερική ζωή. Μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση ο ερωτισμός θέτει υπό κρίση το είναι».
Σύμφωνα με τον Μπατάιγ, ο έρωτας προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανατροπή μιας εσωτερικά εγκατεστημένης ομαλότητας και σημαδεύεται από τις διαρκείς εναλλαγές του πάθος και της οδύνης: «Το πέρασμα από τη φυσιολογική κατάσταση σε εκείνη της ερωτικής επιθυμίας προϋποθέτει μέσα μας τη σχετική διάλυση του όντος που συγκροτείται μέσα στην ασυνεχή τάξη... Το πάθος μπορεί να έχει ένα νόημα πιο βίαιο από την επιθυμία των σωμάτων. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, παρά τις υποσχέσεις ευτυχίας που το συνοδεύουν, εισάγει αρχικά τη διαταραχή και τη διασάλευση. Ακόμα και το ευτυχές πάθος επιφέρει μια τόσο σφοδρή αταξία ώστε η ευτυχία που χαρίζει, προτού γίνει ευτυχία την οποία μπορούμε να απολαύσουμε, είναι τόσο μεγάλη ώστε συγκρίνεται με το αντίθετο της, δηλαδή την οδύνη».
Το πιο συγκλονιστικό όμως ίσως απόσπασμα του βιβλίου είναι εκείνο που αποκρυπτογραφεί το σκοπό του έρωτα σ’ ένα βαθύ οντολογικό χνάρι: «Είμαστε ασυνεχή όντα, άτομα που πεθαίνουν μοναχικά σε μια ακατανόητη περιπέτεια, αλλά νοσταλγούμε τη χαμένη αλληλουχία. Υποφέρουμε με οδύνη την κατάσταση μας που μας ταυτίζει με μια συμπτωματική ατομικότητα, με τη φθαρτή μας ατομικότητα. Έχουμε την αγωνιώδη λαχτάρα να παραταθεί αυτή φθαρτότητα, ενώ συνάμα έχουμε την έμμονη ιδέα μιας αρχικής αλληλουχίας που μας συνδέει γενικά με το είναι».
"Ιστορίες αγάπης" της Τζούλια Κρίστεβα.
Η θεωρητικός και ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα μ’ αυτό το βιβλίο επιχειρεί μια ψυχαναλυτική καθίζηση στη δομή του έρωτα μέσα από μια διαρκή συνομιλία με τον Φρόιντ και τον Λακάν. Ταυτόχρονα τολμά τη δική της δημόσια ανάλυση. «Όσο πίσω κι αν γυρίσω αναπολώντας τους έρωτες μου, δυσκολεύομαι να μιλήσω γι’ αυτούς. Τούτη η έξαψη βρίσκεται πέραν του ερωτισμού, ως υπέρμετρη ευτυχία και καθαρή οδύνη: αμφότερες μετατρέπουν τις λέξεις σε πάθος. Η ερωτική γλώσσα είναι αδύνατη, ανεπαρκής, έντονα υπαινικτική την στιγμή που θα τη θέλαμε άμεση, στο μέτρο του δυνατού. Είναι σμήνος μεταφορών, είναι λογοτεχνία. Λόγω του ενικού χαρακτήρα της, την αποδέχομαι μόνο σε πρώτο πρόσωπο».
Σύμφωνα με την Κρίστεβα, ο λόγος έχει μια δομική αδυναμία απέναντι στον έρωτα, ιδιαίτερα τη στιγμή που αυτός συντελείται: «Σύγχυση ταυτότητας, σύγχυση λέξεων: ο έρωτας είναι στην κλίμακα του ατόμου, αυτή η αναπάντεχη επανάσταση, αυτός ο αθεράπευτος κατακλυσμός για τον οποίο μπορείς να μιλήσεις μόνο εκ των υστέρων. Υπό το κράτος του αδυνατείς να μιλήσεις γι’ αυτόν. Έχεις απλώς την εντύπωση ότι επιτέλους μιλάς για πρώτη φορά στ’ αλήθεια. Λες όμως πραγματικά κάτι; Όχι οπωσδήποτε... Μπορούμε να μιλήσουμε για έναν έρωτα, για τον Ερώτα, λογικό είναι να παραδεχτούμε ότι όσο ζωογόνος κι αν είναι αυτός, δεν γίνεται να μας κυριεύσει χωρίς να μας κάψει. Δε μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν, εκ των υστέρων έστω, παρά επειδή ακριβώς μας έκαψε. Αυτή η οξεία ανεπάρκεια, επακόλουθο της υπέρμετρης μεγένθυσης του ερωτευμένου Εγώ, το οποίο είναι εξίσου υπερβολικό στην αλαζονεία όσο και στην ταπεινότητα του, βρίσκεται στην καρδιά της εμπειρίας».
«Κοντολογίς», λέει η Κρίστεβα, «ο έρωτας είναι ένα βάσανο, όπως ακριβώς είναι μια λέξη ή ένα γράμμα. Τον επινοούμε κάθε φορά, με κάθε αγαπώμενο πρόσωπο, εξ ορισμού μοναδικό, σε κάθε στιγμή, τόπο, ηλικία. Ή άπαξ δια παντός».
"Ο τρελός έρωτας" του Αντρέ Μπρετόν.
Ο Μπρετόν δεν έγραψε ένα βιβλίο για τον έρωτα. Κάθε του βιβλίο ήταν ποτισμένο με έρωτα, όπως και η ζωή του. Πίστευε ότι ο έρωτας είναι μια υπόθεση ανασημασιοδότησης της ζωής, μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας που μπορεί, απαλλαγμένη από τον ηθικοπλαστικό κατάλογο της αμαρτίας, να ανοίξει έναν κοσμικό δρόμο για το ιερό. Αντιλαμβανόταν τον έρωτα σε μια αδιαπραγμάτευτη ενότητα με την ελευθερία και την ποίηση. Ο Τρελός Έρωτας είναι μια απόλυτη ελεγεία στον έρωτα. Στο τελευταίο κεφάλαιο απευθύνεται στην οχτάχρονη τότε κόρη του, με σκοπό να ανοίξει εκείνη την επιστολή σε ηλικία 16 ετών. Η ευχή του στην τελευταία σελίδα είναι η τέλεια αποφώνηση:
«Μίλησα για κάποιο υψηλό σημείο στο βουνό. Ποτέ δεν υπήρξε θέμα να εγκατασταθώ μόνιμα σ’ αυτό το σημείο. Άλλωστε απ’ αυτήν την στιγμή θα έπαυε να είναι υψηλό ή θα έπαυα εγώ να είμαι άνθρωπος. Μια και δε μπορούσα λογικά να εγκατασταθώ εκεί, τουλάχιστον ποτέ δεν απομακρύνθηκα από αυτό το σημείο μέχρι που να το χάσω από τα μάτια μου, μέχρι που να μη μπορώ πια να το δείξω. Διάλεξα να είμαι αυτός ο οδηγός, ήμουν υποχρεωμένος συνεπώς να αξιωθώ τη δύναμη που στην κατεύθυνση του αιώνιου έρωτος, με είχε κάνει να βλέπω και μου παραχώρησε το πιο σπάνιο προνόμιο, να κάνω να με βλέπουν. Πάντοτε την αξιώθηκα, δεν έπαψα ποτέ να ταυτίζω τη σάρκα του όντος που αγαπώ με το χιόνι των βουνοκορφών στην ανατολή του ήλιου. Απ’ τον έρωτα δε θέλησα να γνωρίσω παρά μονάχα τις στιγμές θριάμβου του, που τώρα με σας ο μαργαριταρένιος κύκλος τους τελειώνει. Ακόμα και το μαύρο μαργαριτάρι, το τελευταίο, είμαι βέβαιος πως θα καταλάβετε πόση αδυναμία του έχω, ποια ύψιστη ελπίδα εξορκισμού στήριξα σ’ αυτό. Δεν αρνιέμαι ότι ο έρωτας συγκρούεται με τη ζωή. Λέω πως οφείλει να νικήσει.
Σας εύχομαι να σας αγαπήσουν τρελά».




4/12/16

Η αλήθεια θα θριαμβεύσει....

Ας κοιτάξουμε το φως
Νόμιζα πως αυτοί οι άνθρωποι θέλουν το καλό μας. 
Αλλά αυτοί είναι αληθινοί δικτάτορες. 
Μόνο η εξουσία τους ενδιαφέρει και τίποτα άλλο, 
ακόμα και να χρειαστεί να δηλητηριάσουν 
ολόκληρη την πόλη,
 ακόμα κι αν χρειαστεί να απολύσουν όλο τον κόσμο. 
Ο κόσμος δηλητηριάζεται, παιδιά δηλητηριάζονται.
 Αν θέλουμε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση
 και να κοιτάμε τη βόλεψη μας καλά να πάθουμε.
 Αλλά αν θέλουμε να αντισταθούμε 
ας βγούμε στα χαρακώματα γιατί η αλήθεια έρχεται.
 Σε λίγο θα γυρίζει στο δρόμο σα λιοντάρι.
 Ένα μόνο θα σας πω και θέλω να το θυμάστε όλοι σας.
 Να θυμάστε ότι πολεμάμε για την αλήθεια 
γι’ αυτό είμαστε μόνοι μας,
 αλλά αυτό μας κάνει δυνατούς.
 Είμαστε οι δυνατότεροι άνθρωποι στον κόσμο. 
Γιατί νικήσαμε το φόβο. 
Ας κοιτάξουμε το φως,
 ας κοιτάξουμε το μέλλον 
κι έτσι δε θα επιτρέψουμε να μας διαλύσουν.

Λόγια του γιατρού Στόκμαν από το έργο του Ερρίκου Ίψεν, «Ένας εχθρός του λαού».

27/11/16

Καταδικάστε με, δεν έχει σημασία. Η ιστορία θα με δικαιώσει!

''Αξιότιμοι δικαστές, αν υπάρχει στην καρδιά σας ίχνος αγάπης προς την πατρίδα σας, αγάπης για την ανθρωπότητα, αγάπης για τη δικαιοσύνη, ακούστε προσεκτικά. Γνωρίζω ότι θα φιμωθώ για πολλά χρόνια. Γνωρίζω ότι το καθεστώς θα προσπαθήσει να αποσιωπήσει την αλήθεια με κάθε δυνατό μέσο. Γνωρίζω ότι θα εξυφανθεί μια συνωμοσία με σκοπό να με θάψει στη λήθη. Αλλά η φωνή μου δεν θα κατασιγασθεί - θα αναδύεται από τα στήθη μου ακόμη και όταν θα νιώθω ολομόναχος, και η καρδιά μου θα της δίνει όλη τη θέρμη που οι άσπλαχνοι δειλοί της αποστερούν.
Από μια καλύβα στα βουνά, τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, άκουσα τη φωνή του δικτάτορα στον αέρα, ενόσω δεκαοκτώ ακόμη από τους άντρες μας βρίσκονταν σε ένοπλη σύρραξη με την κυβέρνηση. Εκείνοι που ποτέ δεν βίωσαν παρόμοιες στιγμές δεν θα νιώσουν ποτέ αυτό το είδος πικρίας και αγανάκτησης. Την ώρα που οι ελπίδες που επί μακρόν τρέφαμε για την απελευθέρωση του λαού μας κείτονταν σε ερείπια, ακούσαμε για εκείνες τις κατεστραμμένες ελπίδες να επιχαίρει ένας τύραννος πιο μοχθηρός, πιο αλαζών από ποτέ. Ο ατελείωτος χείμαρρος ψεμάτων και συκοφαντιών, που ξεχύθηκε με την άξεστη, απεχθή, αποκρουστική του γλώσσα, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον ατελείωτο χείμαρρο του αγνού νεανικού αίματος που έχει κυλήσει από την νύχτα που πέρασε - εν γνώσει του, με τη συγκατάθεσή του, με τη συνέργιά του και με την έγκρισή του - που χύνεται από την πιο απάνθρωπη συμμορία δολοφόνων που μπορεί κάποιος να φανταστεί.
Θα αρκούσε να τον πιστέψει ένας ενσυνείδητος άνθρωπος για μια στιγμή μόνο για να γεμίσει με τύψεις και ντροπή για την υπόλοιπη ζωή του. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα ούτε να ελπίζω να χαράξω στο άθλιο μέτωπο του το σήμα της αλήθειας, το οποίο θα τον καταδικάζει για την υπόλοιπη ζωή του και για όλες τις ημέρες που θα έρθουν. Ήδη ένας κλοιός από 1.000 και πάνω ανθρώπους, εξοπλισμένους με όπλα πιο ισχυρά από τα δικά μας και με αυστηρές εντολές να φέρουν πίσω τα πτώματά μας, έσφιγγε γύρω μας.
Τώρα που η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια, τώρα που μιλώντας ενώπιον σας φέρω σε πέρας την αποστολή που όρισα για τον εαυτό μου, μπορώ να πεθάνω ήσυχα και ικανοποιημένος. Θα μιλήσω λοιπόν έξω από τα δόντια για αυτούς τους άγριους δολοφόνους.
Οι στρατιώτες Μονκάδα μετετράπησαν σε κολαστήριο μαρτυρίου και θανάτου. Κάποιοι επαίσχυντοι άνθρωποι μετέτρεψαν τις στολές τους σε ποδιές χασάπηδων. Οι τοίχοι ήταν πιτσιλισμένοι με αίμα. Οι σφαίρες που είχαν σφηνωθεί στους τοίχους ήταν επιστρωμένες με καψαλισμένα κομμάτια δέρματος, μυαλά και ανθρώπινες τρίχες, αποκρουστικά ενθύμια των κατά πρόσωπο πυροβολισμών από τουφέκια. Το γρασίδι γύρω από τους στρατώνες ήταν σκούρο και κολλούσε από το ανθρώπινο αίμα.
Τα εγκληματικά χέρια που καθοδηγούν το πεπρωμένο της Κούβας είχαν τοποθετήσει για τους φυλακισμένους στην είσοδο εκείνου του άντρου του θανάτου την επιγραφή που μόνο στην Κόλαση θα μπορούσε να είχε αναρτηθεί:
''Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα''. Ούτε καν αποπειράθηκαν να κουκουλώσουν τα πράγματα. Δεν μπήκαν στον ελάχιστο κόπο να συγκαλύψουν ότι έκαναν. Πίστευαν ότι είχαν εξαπατήσει τους ανθρώπους με τα ψεματά τους και κατέληξαν να εξαπατούν τους εαυτούς τους. Θεωρούσαν τους εαυτους τους αφέντες και άρχοντες του σύμπαντος, με εξουσία επί ζωής και θανάτου.
Ο φόβος που βίωσαν λοιπόν άμα τη επιθέσει μας την αυγή εξανεμίστηκε μέσα σε ένα χορό πτωμάτων, μέσα σε ένα μεθυσμένο όργιο αίματος. Ο Δάντης χώρισε την Κόλαση του σε εννέα κύκλους. Τοποθέτησε τους εγκληματίες στον έβδομο, τους κλέφτες στον όγδοο και τους προδότες στον ένατο. Δύσκολο δίλημμα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι δαίμονες, όταν θα προσπαθήσουν να βρουν ένα κατάλληλο σημείο για την ψυχή αυτού του ανθρώπου - αν αυτός ο άνθρωπος διαθέτει ψυχή. Ο άνθρωπος που υποκίνησε τις βάρβαρες ενέργειες στο Σαντιάγκο της Κούβας δεν έχει καν καρδιά.
Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι με ποταπά ένστικτα. Οι σαδιστές, οι κτηνάνθρωποι, ατέρμονοι μεταφορείς όλων των προπατορικών αταβισμών κυκλοφορούν με την αμφίεση ανθρώπινων πλασμάτων, είναι όμως τέρατα, χαλιναγωγούμενα μόνο λίγο πολύ από την πειθαρχία και την κοινωνική έξη. Αν τους προσφερθεί ένα ποτό από ένα ποταμό αίματος, δεν θα είναι ικανοποιημένοι ώσπου να στραγγίσουν τον ποταμό.
Ότι χρειάζονταν αυτοί οι άνθρωποι ήταν η διαταγή. Στα χέρια αφανίστηκαν οι καλύτεροι και οι ευγενέστεροι Κουβανοί: οι πιο γενναίοι, οι πιο ειλικρινείς, οι πιο ιδεαλιστές. Ο τύραννος τους αποκάλεσε ιεραποστόλους. Πέθαιναν ως ήρωες στα χέρια ανθρώπων που εισέπρατταν το μισθό τους από τη Δημοκρατία για να την υπερασπίσουν, υπηρετούν τα συμφέροντα μιας κλίκας και δολοφονούν τους καλύτερους πολίτες της.
Στη διάρκεια των βασανιστηρίων των συντρόφων μας, ο στρατός τους προσέφερε την ευκαιρία να σώσουν τις ζωές τους προδίδοντας την ιδεολογία τους και δηλώνοντας ψευδώς ότι ο Πρίο τους είχε δώσει χρήματα. Όταν με αγανάκτηση απέρριπταν αυτή την πρόταση, ο στρατός συνέχιζε με τα φρικτά βασανιστηρία του. Συνέθλιβαν τους όρχεις τους και ξερίζωναν τα μάτια τους. Αλλά κανείς δεν υπέκυψε. Δεν ακούστηκε κανένα παράπονο, ούτε ζητήθηκε καμία χάρη. Ακόμη και όταν είχαν στερηθεί τα όργανα του ανδρισμού τους, οι άνδρες μας ήταν ωστόσο χίλιες φορές περισσότερο άνδρες από όλους τους βασανιστές μαζί. Φωτογραφίες οι οποίες δεν λένε ψέματα, δείχνουν τα πτώματα κομματιασμένα. Χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μέθοδοι.
Απογοητευμένοι από τη γενναιότητα των ανδρών, προσπάθησαν να τσακίσουν το πνεύμα των γυναικών μας. Με ένα ματωμένο ανθρώπινο μάτι στα χέρια τους, ένας λοχίας και διάφοροι άλλοι πήγαν στο κελί όπου κρατούνταν οι συντρόφισσές μας, Μέλμπα Χερνάντες και Χαιντέ Σανταμαρία. Απευθυνόμενοι στην τελευταία και δείχνοντας της το μάτι, είπαν ''Αυτό το μάτι άνηκε στον αδελφό σου. Αν δεν μας πεις όσα αυτός αρνήθηκε να πει, θα του ξεριζώσουμε και το άλλο''. Εκείνη, που αγαπούσε το γενναίο αδελφό της περισσότερο από καθετί, αποκρίθηκε γεμάτη μεγαλείο: ''Αν του ξεριζώσατε το ένα μάτι και δεν μίλησε, πολύ λιγότερο θα το πράξω εγώ''.
Αργότερα επέστρεψαν και έκαψαν τα χέρια τους με αναμμένα τσιγάρα ώσπου, τελικά, γεμάτοι μνησικακία, είπαν στη νεαρή Χαιντέ Σανταμαρία: ''Δεν έχεις πια αρραβωνιαστικό, γιατί τον σκοτώσαμε και αυτόν''. Παραμένοντας όμως ατάραχη, εκείνη απάντησε:  ''Δεν είναι νεκρός, γιατί το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά''. Ποτέ ο ηρωισμός και η αξιοπρέπεια των γυναικών της Κούβας δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη.
Είμαστε Κουβανοί και το να είναι κανείς Κουβανός συνεπάγεται ένα καθήκον, η μη εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος είναι έγκλημα, είναι εθνική προδοσία. Είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία της πατρίδας μας, τη διδαχθήκαμε στο σχολείο και μεγαλώσαμε ακούγοντας για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρώπινα δικαιώματα. Διδαχθήκαμε να τρέφουμε σεβασμό στο λαμπρό παράδειγμα των ηρώων και των μαρτύρων μας. Σεσπεδες, Αγκραμόντε, Μακέο, Γκόμες και Μάρτι ήταν τα πρώτα ονόματα που χαράκτηκαν στο μυαλό μας.
Διδαχθήκαμε ότι για την καθοδήγηση των ελεύθερων πολιτών της Κούβας, ο Απόστολος (ο Μαρτί, συγγραφέας του εν λόγω βιβλίου) έγραψε στο βιβλίο του "Ο χρυσούς αιών": ''O άνθρωπος που συμμορφώνεται με άδικους νόμους και επιτρέπει σε οποιονδήποτε άνθρωπο να κακομεταχειρίζεται την πατρίδα στην οποία γεννήθηκε δεν είναι έντιμος άνθρωπος...Στον κόσμο πρέπει να υπάρχει ένας ορισμένος βαθμός εντιμότητας όπως πρέπει να υπάρχει μια ορισμένη ποσότητα φωτός. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι χωρίς εντιμότητα πολλών ανθρώπων. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που επαναστατούν με μεγάλο σθένος ενάντια σε εκείνους που κλέβουν την ίδια την ανθρώπινη εντιμότητα. Μέσω εκείνων των ανθρώπων χιλιάδες ακόμη περιορίζονται, ένας ολόκληρος λαός περιορίζεται, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια περιορίζεται...''.
Διδαχθήκαμε ότι η 10η Οκτωβρίου και η 24η Φεβρουαρίου είναι ένδοξες επέτειοι εθνικής αφύπνισης διότι σηματοδοτούν ημέρες στις οποίες οι Κουβανοί επαναστάτησαν ενάντια στο ζυγό της απάνθρωπης τυραννίας.
Διδαχθήκαμε να αγαπούμε και να υπερασπιζόμαστε τη σημαία με το μοναχικό της άστρο και κάθε απόγευμα να τραγουδούμε τους στίχους του Εθνικού μας Ύμνου: ''Το να ζεις αλυσοδεμένος σημαίνει να ζεις στην ατίμωση'' και ''Το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά!''.
Όλα αυτά τα μάθαμε και δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ, ακόμη και αν σήμερα στη γη μας επιβάλλεται θάνατος και φυλάκιση στους ανθρώπους που εφαρμόζουν στην πράξη τις ιδέες που διδάχτηκαν από τα γεννοφάσκια τους. Γεννηθήκαμε σε μια ελεύθερη χώρα που μας κληροδότησαν οι γονείς μας και καλύτερα να βυθιστεί το νησί στη θάλασσα παρά να συναινέσουμε να είμαστε σκλάβοι οποιουδήποτε.
Φαινόταν ότι ο Απόστολος θα πέθαινε στη διάρκεια της εκατονταετηρίδας του. Φαινόταν ότι η μνήμη του θα έσβηνε για πάντα. Τόσο μεγάλη ήταν η προσβολή! Εν τούτοις, είναι ζωντανός δεν πέθανε. Ο λαός του είναι ανυπότακτος. Ο λαός του είναι άξιος. Ο λαός του είναι πιστός στη μνήμη του. Υπάρχουν Κουβανοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τις πεποιθήσεις του. Υπάρχουν νέοι άνδρες που με μεγαλόπρεπη ανιδιοτέλεια ήρθαν να πεθάνουν πλάι στον τάφο του, δίνοντας το αίμα τους και τις ζωές τους ούτως ώστε να εξακολουθήσει να ζει στην καρδιά του έθνους. Κούβα, τι θα είχες απογίνει αν άφηνες τον Αποστολό σου να πεθάνει;
Φτάνω στο τέλος της υπερασπιτικής μου έκκλησης, δεν θα την τελειώσω όμως όπως κάνουν οι δικηγόροι, ζητώντας την απελευθέρωση του κατηγορουμένου. Δεν μπορώ να ζητήσω ελευθερία για τον εαυτό μου τη στιγμή που οι σύντροφοί μου ήδη υποφέρουν στην επονείδιστη φυλακή στο Πευκονήσι. Στείλτε με εκεί να σμίξω μαζί τους και να μοιραστώ το πεπρωμένο τους. Είναι κατανοητό ότι οι ειλικρινείς άνθρωποι θα έπρεπε να είναι νεκροί ή φυλακισμένοι σε μια δημοκρατία όπου ο πρόεδρος είναι εγκληματίας και κλέφτης...
Γνωρίζω ότι ο εγκλεισμός θα είναι για εμένα πιο δύσκολος από ότι για οποιονδήποτε, γεμάτος άνανδρες απειλές και απαίσια απανθρωπιά. Δεν φοβάμαι όμως τη φυλακή, όπως δεν φοβάμαι το μένος του τιποτένιου τυράννου που πήρε τις ζωές εβδομήντα συντρόφων μου.
Καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει''.

Η ιστορική απολογία του Φιντέλ Κάστρο στις 6 Οκτώβρη του 1953, στο δικαστήριο του Σαντιάγκο της Κούβας που ξεδίπλωσε το όραμα της επανάστασης για μια δίκαιη κοινωνία. Στις 26 Ιουλίου 1953, ο Φιντέλ ηγήθηκε 150 Κουβανών επαναστατών σε μια επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα, στο Σαντιάγκο ντε Κούμπα. Η επίθεση του 1953 απέτυχε, κάποιοι από τους αντάρτες σκοτώθηκαν και κάποιοι άλλοι, μεταξύ αυτών και ο Κάστρο, πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Κάστρο, ασκούμενος δικηγόρος εκείνη την εποχή, επέλεξε να υπερασπιστεί μόνος τον εαυτό του στη δίκη, η οποία ξεκίνησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1953. Αργότερα δήλωσε ότι τα βασικά στοιχεία της ομιλίας του είχαν ήδη γραφεί για να χρησιμοποιηθούν ως ανακοίνωση και μανιφέστο των εξεγερμένων στην περίπτωση που η εξέγερση επιτύγχανε. Η εισαγγελία ζήτησε να καταδικαστεί σε 30 χρόνια φυλακή. Καταδικάστηκε τελικά σε 15 χρόνια φυλάκιση στο σωφρονιστήριο του Λος Πίνος, που σήμερα ονομάζεται το Νησί της Νεολαίας. Μετά από δύο χρόνια φυλακής, στον Φιντέλ και τους συντρόφους του χορηγήθηκε γενική αμνηστία και αυτοεξορίστηκε στο Μεξικό, απ’ όπου οργανώθηκε και εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά μια ομάδα επαναστατών, ανάμεσά τους ο Αργεντίνος Ερνέστο "Τσε" Γκεβάρα και ο Καμίλο Σιενφουέγκος. Η επιχείρηση στο στρατόπεδο Μονκάδα μπορεί να απέτυχε, αλλά από εκείνη την επίθεση γεννήθηκε το Κίνημα της 26ης του Ιούλη (Movimiento 26 de Julio, M-26-7) που έμελλε το 1959 να ανατρέψει το δικτατορικό καθεστώς του Μπατίστα στην Κούβα.  
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1956, 82 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα αποπλέουν από το Μεξικό, με ένα μικρό σκάφος, το Granma και κατευθύνονται στη δασική περιοχή της Σιέρα Μαέστρα. Στο δρόμο πέφτουν σε ενέδρα των καθεστωτικών και αποδεκατίζονται.
Οι δώδεκα που επιζούν φτάνουν στη Σιέρα Μαέστρα και ξεκινούν αντάρτικο. Το Φλεβάρη του 1956 έγιναν καθολικές απεργίες εργατών στη βιομηχανία ζάχαρης και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Οι επαναστάτες κατάφεραν να συνδυάσουν τον αγώνα στα βουνά με ένοπλες εξεγέρσεις, απεργίες και διαδηλώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στο πλευρό τους είχαν και σημαντικό μέρος του πληθυσμού της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι τις αρχές του 1958 οι ένοπλοι αντάρτες έφταναν τους 6.000 και είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος του νησιού.
Το 1958 αρχίζουν και μετακινούνται από τα βουνά στις πεδιάδες, να καταλαμβάνουν τη μία μετά την άλλη τις πόλεις και τελικά μπαίνουν θριαμβευτές στην Αβάνα την Πρωτοχρονιά του 1959 κι ενώ ο Μπατίστα και οι στενοί συνεργάτες του έχουν εγκαταλείψει το νησί.