7/9/10

Οταν ο λαός στόλιζε τα όπλα µε γαρίφαλα.


Η Επανάσταση των Γαριφάλων...

Το φασιστικό καθεστώς που είχε εγκαταστήσει ο Σαλαζάρ στην Πορτογαλία κρεµόταν σαν ώριµο φρούτο. Δεν χρειάστηκε παρά ένα δευτερεύον αίτηµα από τους πορτογάλους αξιωµατικούς που είχαν απαυδήσει από τους αποικιοκρατικούς πολέµους για να φέρει την πτώση του. Πραξικόπηµα ή επανάσταση; Οταν τα χαράµατα της 25ης Απριλίου 1974 άρµατα µάχης και συντάγµατα πεζικού µπήκαν στο κέντρο της Λισαβώνας, ο πληθυσµός αγνοούσε τα αίτια αυτού του στρατιωτικού ελιγµού. Επρόκειτο άραγε για ένα ακροδεξιό πραξικόπηµα κατά της πολιτικής κυβέρνησης του Μαρσέλο Καετάνο, ο οποίος το 1968 είχε διαδεχθεί τον Σαλαζάρ; Ή µήπως για ένα προληπτικό ελιγµό ενόψει µιας ανταρσίας ακόµη πιο απειλητικής από εκείνη της 14ης Μαρτίου, την οποία είχε καταστείλει αµέσως η εθνοφρουρά; Η απορία δεν θα κρατήσει πολύ.
Το ραδιόφωνο έχει ήδη δώσει το σύνθηµα για την επανάσταση, που δεν είναι άλλο από το απαγορευµένο τραγούδι του Ζέκα Αλφόνσο «Grandola vila morena»:
«Γκράντολα, πόλη σκούρα, γη της αδελφοσύνης, ο λαός είναι αυτός που προστάζει…». Και ο λαός µαθαίνει πως οι εξεγερµένοι στρατιωτικοί έχουν πια καταλάβει τα κυριότερα δηµόσια κτίρια, σχεδόν αναίµακτα (µε µόλις 4 νεκρούς), εξαναγκάζοντας σε µια διακριτική φυγή τον πρόεδρο της χώρας, ναύαρχο Αµέρικο Τόµας. Συµπληρώνοντας το πολιτικό κενό, το Κίνηµα των Ενόπλων Δυνάµεων (ΜFΑ) που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά συγκροτεί εθνικό συµβούλιο, στο οποίο προεδρεύει ο στρατηγός Αντόνιο ντε Σπίνολα. Παράλληλα οργανώνει ένα επαναστατικό συµβούλιο µε ένοπλο τµήµα, το Copcon, το οποίο εµπιστεύεται στον ταξίαρχο Οτέλο ντε Καρβάλιο.
Τα γαρίφαλα µοιράζονται άφθονα στον λαό, που στολίζει µε αυτά τις κάννες των όπλων. Γίνονται έτσι το σύµβολο µιας επανάστασης αρχικώς µε αβέβαιους στόχους, που όµως έχει νοµιµοποιηθεί µε την αποκατάσταση της δηµοκρατίας. Ηδη επιστρέφουν από την εξορία οι κυριότεροι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως ο κοµµουνιστής Αλβάρο Κουνιάλ και ο σοσιαλιστής Μάριο Σοάρες, ενώ ξεφυτρώνουν αριστερές οργανώσεις, αγροτικά συµβούλια και εργοστασιακές επιτροπές. Η επανάσταση της 25ης Απριλίου θα πρέπει να ανταποκριθεί στις ισχυρές κοινωνικές προσδοκίες και να λύσει το χρόνιο πρόβληµα των πορτογαλικών αποικιών. Κάτω από το ανήσυχο βλέµµα της Δύσης, η Επανάσταση των Γαριφάλων έχει αρχίσει.
«Στα αίτιά της, πέρα από τα πολιτικά, τα οικονοµικά και τα κοινωνικά, που τα βρίσκουµε σε όλες τις επαναστάσεις», γράφει ο ιστορικός Μπερνάρ Ντροζ, «θα πρέπει να προσθέσουµε τις εντάσεις από τους ατέλειωτους αποικιακούς πολέµους». Αλλά και τη λήξη της σύντοµης περιόδου φιλελευθεροποίησης του Καετάνο. Οι µεγάλοι γαιοκτήµονες έχουν καθηλώσει στη φτώχεια τούς αγρότες, από τους οποίους αντλεί κυρίως τη δύναµή του το Κοµµουνιστικό Κόµµα. Η µέχρι τότε παθητική εργατική τάξη αναλαµβάνει διστακτικά διεκδικητικό ρόλο. Και η µορφωµένη µεσαία τάξη, καθηλωµένη και αυτή από την καθεστωτική ολιγαρχία, αναζητεί το πρότυπό της στη γερµανική σοσιαλδηµοκρατία. Ολοι οι κοινωνικοί παράγοντες της επανάστασης έχουν πάρει τις θέσεις τους. Αποµένει ο στρατός. Από τη δεκαετία του 1960, στις πορτογαλικές κτήσεις στην Αφρική σηµειώνονται εξεγέρσεις: η Ανγκόλα το 1961, η Γουινέα-Μπισάου το 1963, η Μοζαµβίκη το 1965. Οι εθνικοαπαλευθερωτικοί πόλεµοι µοιάζουν να γίνονται µεταδοτικοί. Μια νέα γενιά αριστερών ηγετών, όπως ο Αγκοστίνο Νέτο στην Ανγκόλα, ο Αµίλκαρ Καµπράλ στη Γουινέα-Μπισάου, ο Σαµόρα Μασέλ στη Μοζαµβίκη, δηµιουργούν µια νέα κατάσταση στις απελευθερωµένες περιοχές. Απέναντι στους εξεγερµένους, η αποικιακή µητρόπολη κινητοποιείται δραστικά. Από 80.000 άνδρες το 1964, τα πορτογαλικά στρατεύµατα στην Αφρική έχουν φτάσει τους 235.000 το 1974. Οι αµφιβολίες όµως για την έκβαση αυτής της προσπάθειας έχουν αρχίσει να εµφιλοχωρούν στις τάξεις του στρατού. Και γίνεται εµφανής από µια αντιπαράθεση ανάµεσα στους νεαρούς αξιωµατικούς και τη στρατιωτική ολιγαρχία των στρατιωτικών ακαδηµιών. Οι πρώτοι, πιο εκτεθειµένοι στους κινδύνους του ανταρτοπόλεµου, ζητούν την εξοµοίωσή τους µε τους άλλους, ένα αίτηµα που στην αρχή γίνεται δεκτό αλλά κατόπιν απορρίπτεται. Η δυσαρέσκεια δεν θα αργήσει να αποκτήσει ριζοσπαστικό πολιτικό περιεχόµενο, που θα αµφισβητεί τη νοµιµότητα των πολέµων στην Αφρική. Ακόµη και ο συντηρητικός στρατηγός ντε Σπίνολα, όταν θα τολµήσει να εκφράσει και αυτός τις αµφιβολίες του µε το βιβλίο του «Η Πορτογαλία και το µέλλον της», το 1974, θα απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, όπως και ο αρχηγός του γενικού επιτελείου, στρατηγός Κόστα Γκόµες, επειδή έδωσε την έγκρισή του για την έκδοση αυτού του βιβλίου. Από τα οχυρά της Αφρικής και κυρίως της Γουινέας-Μπισάου, το Κίνηµα των Ενόπλων Δυνάµεων οργανώνεται πια στην αποικιακή µητρόπολη και προετοιµάζει, χωρίς να το πάρουν µυρωδιά οι µυστικές υπηρεσίες, το πραξικόπηµα της 25ης Απριλίου.

Ρούσσος Βρανάς

************
Αναδημοσίευση από εδώ: Μεγάλες επαναστάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: